«ΠΡΟΣΩΠΑ δίπλα μας»: Γιάννης Παπαθανασίου

GKL_7600.jpgΣυνέντευξη στο 
Νίκο Ι. Καρμοίρη

φωτογραφίες συνέντευξης:
Γιάννης Γκλέκας

Πως ένας μηχανολόγος μηχανικός αποφασίζει να ασχοληθεί με την παραγωγή ζύθου στην επαρχία; Σκάρωνα τις ερωτήσεις μου καθ’ οδόν προς τα Χάνια Βασιλακίου όπου είχαμε δώσει ραντεβού. Φτάνοντας, μας υποδέχθηκε στην είσοδο ενός παλιού βενζινάδικου που, από τον Αύγουστο του 2016, είχε μετατραπεί σε σύγχρονο ζυθοποιείο.

Ο λόγος για τον Γιάννη Παπαθανασίου, ιδρυτή της Λακωνικής Ζυθοποιίας, που –εν ώρα παραγωγής μπύρας–μας ξεναγεί στο ζυθοποιείο του, παραχωρώντας μία άκρως… δροσιστική συνέντευξη στα «Πρόσωπα δίπλα μας»!

Ο Γιάννης Παπαθανασίου μιλάει για την μπύρα, την ανθούσα ελληνική ζυθοποιία, τη δική του «Sparta Beer» και μας συστήνεται κερνώντας μας φρέσκια, τοπική μπύρα υπό τη σκιά του Ταϋγέτου…

Στην υγειά σας!

– Λάδι, ελιές, πορτοκάλια είναι εκείνα που κατά κόρον παράγει η Λακωνία. Πως προέκυψε η «αντισυμβατική» ιδέα της παραγωγής μπύρας;
Υπήρχε μια οικογενειακή παράδοση, καθώς ο πατέρας μου έφτιαχνε ποτά και ο τομέας αυτός ήταν κάτι που γνώριζα από παιδί. Κάποια στιγμή, όταν μπήκε η κρίση, ως μηχανολόγος μηχανικός άρχισα σταδιακά να μην έχω αντικείμενο κι ο κλάδος βρέθηκε στο μηδέν. Έτσι μπήκα στη διαδικασία να σκεφτώ τί άλλο μπορώ να κάνω. Αφού μελέτησα την πιθανότητα ίδρυσης μιας μικρής επιχείρησης και τις προοπτικές της, πήγα για ένα χρόνο στη Γερμανία όπου έκανα θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση στη ζυθοποίηση και την παραγωγή. Έκανα εκπαίδευση σε μεγάλες φάμπρικες και σταδιακά απέκτησα μια γνώση στη κάθετη παραγωγή μπύρας. Το επόμενο βήμα λοιπόν ήταν η ίδρυση ενός μικρού ζυθοποιείου εδώ, στη Λακωνία.
   Πάντως δεν θεωρώ πως η μπύρα είναι «αντισυμβατική» για τη Λακωνία. Δημιουργούνται νέα ρεύματα –που κάποια στιγμή έτσι κι αλλιώς θα φτάσουν και στον τόπο μας– και η παραγωγή μπύρας είναι ένα από αυτά. Στη δυτική και κεντρική Ευρώπη δεν νοείται πόλη του μεγέθους του Γυθείου να μην έχει ένα ζυθοποιείο, πόσο μάλλον μία πόλη-πρωτεύουσα νομού όπως η Σπάρτη. Για παράδειγμα στην Τσεχία το κάθε χωριό ή το κάθε μεγαλοχώρι έχει το ζυθοποιείο του, κι η κάθε πόλη έχει τη δική της μπύρα…

– Γιατί «Sparta Beer»;
Καταρχήν, γιατί αγαπάω τον τόπο μου! Ως παιδί της Αθήνας αλλά ήθελα να επιστρέψω στον τόπο μου και να δημιουργήσω εδώ. Έτσι αποφάσισα αυτό το νέο ξεκίνημα να το κάνω στη Λακωνία. Τον τόπο που αγαπάω και θέλω να ζήσω και να προσφέρω. Έτσι, αφού αυτά ήταν τα κίνητρά μου ως προς την επιλογή του τόπου, τί άλλο πιο ελληνικό και πιο λακωνικό θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω πέρα από τη Σπάρτη; Δίνω το στίγμα μου και η μπύρα αποκτά ταυτότητα.

– Όσοι συνήθως χρησιμοποιούν το όνομα «Σπάρτη» το συνοδεύον με κάποιο συμβατικό λογότυπο σχετικό με το Λεωνίδα ή ανάλογο πολεμικό εξοπλισμό. Στην περίπτωση σας βλέπουμε να μην συμβαίνει αυτό…
Δεν χρησιμοποιήσαμε ένα συμβατικό, τετριμμένο λογότυπο για αυτόν ακριβώς το λόγο: γιατί θα ήταν τετριμμένο! Το λογότυπο που χρησιμοποιούμε είναι το «γοργόνειο», για το οποίο γίνεται και μία αναφορά στις ετικέτες στα μπουκάλια μας. Το γοργόνειο ήταν μια μορφή αποκρουστική και σκοτεινή, την οποία είχαν οι αρχαίοι Σπαρτιάτες στις ασπίδες του θέλοντας προβοκατόρικα να προσβάλλουν και να τρομάξουν τον εχθρό που το αντίκριζε. Στην μπύρα μας έχουμε μία χιουμοριστική απεικόνιση του γοργόνειου.     Αποδιώξαμε το τρομακτικό γιατί η μπύρα είναι ένα κοινωνικό ποτό και πρέπει να έχει το χιούμορ του. Θέλαμε, ωστόσο να διατηρήσουμε το «προβοκατόρικο» του όλου πνεύματος, του τι εστί Λάκωνας, και πάνω σε αυτό παντρεύτηκαν οι σκέψεις μας και μορφοποιήθηκαν καταλήγοντας στο χιουμοριστικό γοργόνειο. Πολλοί παραξενεύονται: «μα Σπάρτη χωρίς Λεωνίδα;». Ο Λεωνίδας όμως ήταν προϊόν της Σπάρτης και όχι η Σπάρτη του Λεωνίδα! Αρκεί να πιάσουμε το πνεύμα… Βγάζουμε γλώσσα όπως και στο γοργόνειο. Την ταυτότητά μας και την αναγνωρίζουμε και μας έχει σημαδέψει…

– Πόσο εύκολο είναι εν μέσω κρίσης να δημιουργήσεις τη δική σου Ζυθοποιία;
Για να δώσω απάντηση σε αυτή την ερώτηση θα πρέπει να κάνω ανασκόπηση σε στιγμές και εμπειρίες πλέον της μίας πενταετίας… Πραγματικά είναι πάρα πολύ δύσκολο. Τα ιδία κεφάλαια για να κάνεις μια τέτοια επιχείρηση συνήθως δεν φτάνουν και οι τράπεζες δύσκολα δίνουν επιχειρηματικά δάνεια… Η παραγωγή ζύθου είναι μια παραγωγή εντάσεως κεφαλαίου, απαιτεί μηχανολογικό εξοπλισμό που κοστίζει, τον οποίο δεν μπορείς να παρακάμψεις και να αγοράζεις σταδιακά μέχρι να «ρολάρει» η επιχείρηση.
Κάτι ακόμα που μας ταλαιπώρησε και μας φόβισε και ακόμα μας φοβίζει, είναι η αβεβαιότητα για το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον. Γεγονός που λόγω της κρίσης δεν είναι κάτι στιγμιαίο.
   Όσον αφορά την ζυθοποιία υπάρχει ένας κυκεώνας κι ένα δαιδαλώδες νομικό καθεστώς που σε αναγκάζει να περάσεις από κάποιες υπηρεσίες ξανά και ξανά. Ωστόσο, όσον αφορά τη δική μου εμπειρία θέλω να τονίσω πως εδώ στην Λακωνία, όπου κι αν απευθύνθηκα, συνάντησα θετικούς ανθρώπους που ήθελαν να βοηθήσουν. Σε όποια υπηρεσία κι αν πήγα αντιμετώπισα ανθρώπους με διάθεση καλής συνεργασίας και κατανόησης.
   Τίποτα δεν είναι εύκολο, θέλει πίστη. Να πιστεύεις πως αυτό που θέλεις γίνεται και θα το καταφέρεις και τα εμπόδια που θα προκύψουν –και συνήθως είναι πολλά- να μη σε αποτρέψουν αλλά να σε πεισμώσουν για να συνεχίσεις.

– Παρά την δυσχερή οικονομική συγκυρία ο κλάδος της ζυθοποιίας ανθεί. Αληθεύει αυτό;
Ναι… Ανοίγουν πολλά μικρά ζυθοποιεία τα οποία καλούνται να καλύψουν τις τοπικές ανάγκες για καλές ποιοτικές μπύρες. Αυτό συμβαίνει τώρα γιατί τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει το νομικό πλαίσιο σχετικά με την παραγωγή μπύρας στην Ελλάδα. Σταδιακά, λόγω της Ε.Ε., η εθνική νομοθεσία εναρμονίστηκε με την κοινοτική κι αυτό ευνόησε τη δημιουργία μικρών ζυθοποιείων. Βέβαια το μέχρι πριν λίγα χρόνια μονοπώλιο έχει μετατραπεί σε ολιγοπώλιο μιας και το 95% της ελληνικής παραγωγής και κατανάλωσης μπύρας που κατά το παρελθόν καλυπτόταν από μία εταιρεία, σήμερα έχει μοιραστεί σε τρεις!
   Υπάρχει, όμως, ένα 5% το οποίο καλύπτεται συνολικά από 20-25 ζυθοποιεία μεσαίου και μικρού βεληνεκούς σε όλη την ελληνική επικράτεια που παρασκευάζουν τοπικούς ζύθους. Ένας ακόμα λόγος που ανθεί ο κλάδος της ζυθοποιίας είναι και το καταναλωτικό κοινό, το οποίο αναζητά να πιει και να γευστεί κάτι διαφορετικό. Τα μικρά ζυθοποιεία φτιάχνουν διαφοροποιημένες γευστικά μπύρες. Πλέον είναι περισσότερος ο κόσμος που έχει ταξιδέψει στο εξωτερικό σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Τσεχία, η Αγγλία κ.ά. και προτιμά να πίνει, αντί για μπύρες της βιομηχανίας, τις τοπικές μπύρες. Και βέβαια υπάρχει κι ένα μέρος του καταναλωτικού κοινού που επιθυμεί να στηρίξει τις μικρές τοπικές επιχειρήσεις, οι οποίες αν πάνε καλά μπορούν να έχουν πολύ μεγάλο θετικό πρόσημο προσφοράς στις τοπικές οικονομίες. Μία επιχείρηση που ευδοκιμεί δημιουργεί θέσεις εργασίας, κυρίως σε νέους ανθρώπους. Η βιομηχανία μπύρας στην Ελλάδα παράγει κατά κόρον μπύρες ροής, δηλαδή ξεδιψαστικές μπύρες χωρίς ιδιαίτερα γευστικά χαρακτηριστικά. Οι γευστικές μπύρες είναι εισαγωγής και οι μικρές τοπικές επιχειρήσεις καλούνται να καλύψουνε ή να υποκαταστήσουν αυτές τις εισαγωγές. Έτσι πέρα από άμεσες ή έμμεσες θέσεις εργασίας μια μικρή ζυθοποιία μπορεί να δημιουργήσει ένα θετικό πρόσημο στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μίας οικονομίας.

– Ποια είναι η διαδικασία παραγωγής της μπύρας;
Οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μπύρας είναι η βύνη κριθαριού, η μαγιά, ο λυκίσκος και το νερό. Νερό παίρνουμε από το Βασιλάκι που έχει ξακουστό νερό από τον Ταΰγετο και τα κριθάρια μας είναι ελληνικά.
   Η διαδικασία είναι η εξής. Αλέθουμε την βύνη κριθαριού και την κάνουμε χοντρό αλεύρι. Κατόπιν στο ζυθοβραστήρα ρίχνουμε νερό μαζί με το αλεύρι της βύνης και φτιάχνουμε έναν χυλό. Εκεί ο χυλός παραμένει για μία με μιάμιση ώρα γύρω στους 65C. Μετά αυτός ο χυλός έχει ζάχαρα από το βυνοποιημένο κριθάρι. Στη συνέχεια πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός του υγρού από τα στερεά του πολτού μέσα από τη διαδικασία της διήθησης. Το στερεό είναι ζωοτροφή και το δίνουμε στους ντόπιους κτηνοτρόφους. Το υγρό είναι ένα ζαχαρόζουμο σαν τσάι, το οποίο αρχίζουμε να το βράζουμε. Μόλις κοχλάσει, κατά τη διαδικασία του βρασμού, ανάλογα με τη συνταγή και τη μπύρα που θέλουμε να φτιάξουμε προσθέτουμε το λυκίσκο που αποδίδει τα αρώματα και την πικράδα. Αυτό που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία ονομάζεται γλεύκος, το οποίο στη συνέχεια διοχετεύεται από το βραστήρα στις δεξαμενές ζύμωσης και ωρίμανσης και ψύχεται γύρω στους 15°C. Σε αυτή τη θερμοκρασία αποκτά δραστηριότητα η μαγιά, η οποία είναι ο μικροοργανισμός αυτός που ουσιαστικά θα φτιάξει την μπύρα. Η μαγιά «τρώει» τα ζάχαρα από το ζουμί και παράγει αλκοόλ και διοξείδιο του άνθρακα. Όταν η μαγιά καταναλώσει όλα τα ζάχαρα τότε έχει ολοκληρωθεί η ζύμωση, έχει δημιουργηθεί ένας συγκεκριμένος αλκοολικός βαθμός και έχει συντελεστεί η ενανθράκωση του ζύθου μας. Ύστερα από αυτή τη διαδικασία η μπύρα μας δεν είναι ακόμα έτοιμη γιατί είναι άγουρη. Το επόμενο στάδιο είναι η ωρίμανση, η οποία συντελείται μέσω της ψύξης από τους 15°C στους 0°C και παραμένει εκεί περίπου για 20 με 30 ημέρες, ανάλογα με τη μπύρα που θέλουμε να φτιάξουμε. Μετά την ωρίμανση η μπύρα «στρογγυλεύει» και γίνεται ένα ποτό το οποίο είναι ευκολόπιοτο. Τελικό στάδιο είναι η εμφιάλωση κατόπιν της οποίας το ποτό είναι πια εμπορεύσιμο.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

– Πως υποδέχθηκε το κοινό τη μπύρα σας;
Ο κόσμος δεν είχε μάθει πως μπορεί να παράγεται μπύρα δίπλα του! Κι έτσι ως μια καινοτομία, το κοινό της Σπάρτης δέχτηκε πολύ θετικά αυτή μας την προσπάθεια. Βέβαια ένας προβληματισμός τον οποίο μοιράζονται αρκετοί μαζί μας είναι ότι το προϊόν μας είναι κατά τι ακριβότερο από τις μπύρες της βιομηχανίας. Έτσι εμείς προσπαθούμε να εξηγήσουμε σε κάθε επαγγελματία και σε κάθε καταναλωτή –κι αυτό είναι ένα καλό βήμα που μας παρέχεται– ότι τα κοστολόγια μιας μικρής ζυθοποιίας δεν έχουν καμία σχέση με εκείνα της βιομηχανίας. Αν λάβουμε υπόψη μας μόνο τους οικονομικούς δείκτες είμαστε αυτομάτως μη ανταγωνιστικοί. Εμείς, όμως, δεν πάμε να υποκαταστήσουμε την παραγωγή των μεγάλων βιομηχανιών, ούτε να ανταγωνιστούμε την κατανάλωση την οποία έχουν. Φτιάχνουμε ποιοτικές μπύρες, απευθυνόμενοι και στην τοπική αγορά αλλά και στην αγορά των μεγάλων αστικών κέντρων. Αν και αναπόφευκτα προβληματίστηκε λόγω των υψηλών κοστολογίων, η τοπική κοινωνίας μας υποδέχθηκε και μας αντιμετώπισε πολύ θετικά.

– Το όνομα «Σπάρτη» θεωρείς πως ανοίγει πιο εύκολα την πόρτα των αγορών;
Το όνομα της Σπάρτης υπάρχουν άνθρωποι που τους συγκινεί! Έχουν επικοινωνήσει μαζί μας άνθρωποι που ζήτησαν να δοκιμάσουν τη μπύρα μας μόνο και μόνο για το όνομά της. Όμως το όνομα «Σπάρτη» επειδή είναι «πολυφορεμένο» δεν είναι και απαραίτητα εμπορικό πλέον. Αν δίναμε έντονο εξαγώγιμο προσανατολισμό σίγουρα το όνομα θα βοηθούσε γιατί δηλώνει ταυτότητα και εξασφαλίζει αναγνωσιμότητα και εμπορικότητα. Θεωρώ, όμως, πως ανεξάρτητα από το όνομα το κάθε προϊόν πρέπει να διακρίνεται και για την ποιότητά του…

– Μίλησέ μας για τα προϊόντα σας;
Αυτή τη στιγμή η Λακωνική Ζυθοποιία παράγει δύο είδη μπύρας: μία lager βιενέζικου τύπου και μία american pale ale. Η lager είναι μία δροσιστική, ξηρή, χωρίς εξάρσεις αρωμάτων μπύρα, ιδανική ως ποτό αλλά και ως συνοδευτική φαγητού. Η δεύτερη μπύρα μας είναι μία ale, είναι μία πολύ αρωματική μπύρα με έντονα πικρικά. Βγάζει αρώματα εσπεριδοειδών και λουλουδιών. Όσοι έχουν πιει αρκετές μπύρες κι έχουν εντρυφήσει σε αυτές την εκτιμούν ιδιαίτερα.
   Και για τις δύο κατηγορίες ακολουθείται ακριβώς η ίδια διαδικασία παραγωγής, είναι όμως δύο διαφορετικές τεχνοτροπίες κατά την παρασκευή και κατά την κατανάλωση. Στα σχέδιά μας έχουμε να παράγουμε και τρίτο και τέταρτο είδος μπύρας.    Προσανατολιζόμαστε στην παραγωγή μιας indian pale ale, και μετά το φθινόπωρο σχεδιάζουμε να παράγουμε και μία stout που είναι μαύρη μπύρα και καταναλώνεται αρκετά το χειμώνα.

– Ποιοι είναι οι άμεσοι στόχοι της Λακωνικής Ζυθοποιίας;
Καταρχήν να αποκτήσουμε μια αναγνωσιμότητα, γιατί ο κόσμος δεν μας γνωρίζει ακόμα. Να φροντίσουμε όχι μόνο για την προβολή των προϊόντων μας αλλά και για την προβολή της ύπαρξής μας. Κάθε αρχή και δύσκολη, όμως! Έτσι δε λένε; Πιο μακροπρόθεσμος στόχος είναι να καταφέρουμε να οργανώσουμε τη διανομή μας πέρα από το νομό μας και στα μεγάλα αστικά κέντρα.
   Στην Ελλάδα η μπύρα αντιμετωπίζεται ως ένα εποχιακό ποτό, πράγμα που γενικώς στο εξωτερικό δεν είναι έτσι. Εμείς, τα μικρά ζυθοποιεία δεν φτιάχνουμε μπύρα αναψυκτικό, κυρίως φτιάχνουμε μπύρα ποτό. Έτσι προσπαθούμε να εκπαιδεύσουμε το καταναλωτικό κοινό ότι μπορούν να πίνουν μπύρα και το χειμώνα. Κι αυτός είναι ένας διαρκής στόχος: να επικοινωνήσουμε στο κοινό πως η μπύρα δεν έχει σεζόν, αλλά είναι ένα ποτό που πίνεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

– Ο καταναλωτής επιλέγει να φύγει από το συνηθισμένο και να δοκιμάσει το καινούργιο;
Πολλές φορές ο άνθρωπος δύσκολα αποχωρίζεται τις συνήθειές του. Πρέπει να τον πείσεις ότι κάτι αξίζει και είμαστε σε αυτή τη διαδικασία, της πειθούς. Επειδή έχουμε κάτι διαφοροποιημένο πρέπει να το επικοινωνήσουμε, να το αναδείξουμε και πιστεύω πως θα τα καταφέρουμε!

– Ο Έλληνας καταναλωτής πιστεύεις ότι έχει αποτραβηχτεί από την εισαγόμενη και στηρίζει την ελληνική μπύρα;
Ναι! Υπάρχει ένα ρεύμα στήριξης της μικρής ζυθοποιίας, της ελληνικής παραγωγής και των μικρών επιχειρήσεων. Καλό είναι ο Έλληνας καταναλωτής να στηρίζει και να συνεχίσει να στηρίζει τον τόπο του, γιατί μόνο στηρίζοντας την Ελληνική παραγωγή θα καταφέρουμε να βγούμε από τη γενικότερη κατάσταση που βρισκόμαστε. Αν υπάρχει κάποιο προϊόν που παράγεται στον τόπο σου και αξίζει ποιοτικά πρέπει να το στηρίξεις, για να μην έρθει κάποια μέρα η στιγμή που το παιδί σου -παρά τα «εφόδια» που θα έχει λάβει- θα αναγκαστεί να ξενιτευτεί για να βρει δουλειά. Όλα είναι αλυσίδα…

– Γιατί θα συνιστούσες σε κάποιον να δοκιμάσει μία «Sparta beer»;
Γιατί είμαστε μια μικρή λακωνική επιχείρηση, που στηρίζεται σε νέους ανθρώπους και παράγει στον τόπο μας ένα διαφοροποιημένο προϊόν υψηλής ποιότητας. Θέλουμε ο κόσμος να μας δώσει την ευκαιρία και να γευστεί τις μπύρες μας και είμαι σίγουρος ότι θα εκτιμήσει την ποιότητά μας και την γευστική διαφοροποίησή μας. Η μπύρα μας είναι προϊόν τριών πραγμάτων: μεράκι, δουλειά, πείσμα. Μπορεί οι εποχές να μην είναι καλές αλλά σε πείσμα των καιρών εμείς αγωνιζόμαστε για να πετύχουμε κάτι διαφορετικό. Και για αυτόν ακριβώς το λόγο θα συνιστούσα σε κάποιον να δοκιμάσει μια «Sparta beer»: σε πείσμα των καιρών!

Advertisements

Χάρης Βασιλάκος

GKL_1684 - ΑντιγραφήΣυνέντευξη στο 
Νίκο Ι. Καρμοίρη

φωτογραφίες συνέντευξης:
Γιάννης Γκλέκας

Τον γνώρισα αρκετά χρόνια πριν μέσα από την παράλληλη ενασχόλησή μας με τα κοινά. Είναι φιλόλογος και τα τελευταία χρόνια ασχολείται ενεργά με τη δημοσιογραφία, όντας μάλιστα η πρωινή ενημερωτική φωνή του FLY 89,7 fm.

Πρωτοστατεί μιας παρέας από τη Βαμβακού, στην οποία έχουν δώσει άλλο νόημα και «νέα ζωή», φυσικά μέσα από δεκάδες δράσεις κι αποτελεί έναν ελπιδοφόρο εκπρόσωπο της νέας γενιάς που τολμά, δεν εφησυχάζει και δημιουργεί…

Ο λόγος για τον Χάρη Βασιλάκο, Πρόεδρο της Ένωσης Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας, με τον οποίο βρεθήκαμε και συνομιλήσαμε στο φιλόξενο χώρο του Σαϊνοπουλείου, περπατώντας στην «οδό των ποιητών» του Άλσους.

Ο Χάρης Βασιλάκος μιλάει για την πνευματική δημιουργία στη Λακωνία, τη λογοτεχνία, την τέχνη και το βιβλίο που αγαπά, κάνοντας ενδιάμεσα μικρές αθλητικοπολιτιστικές παύσεις…

– Οι ρόλοι αντιστρέφονται. Μετά από τόσες συνεντεύξεις καθημερινά πως είναι να είσαι εσύ στη θέση του συνεντευξιαζόμενου;
Να σου πω την αλήθεια είναι λίγο άβολο, αλλά ευχάριστο, γιατί σε γνωρίζω και δεν νοιώθω ότι πρέπει να μιλήσω με έναν άγνωστο. Νομίζω πως ταιριάζουν και τα χνώτα μας, είναι και ο χώρος τέτοιος και πιστεύω ότι την οικειότητα την έχουμε εξασφαλισμένη. Αλλά σίγουρα με ξενίζει όλο αυτό (σ.σ. γέλια)!

– Πως προέκυψε η ενασχόλησή σου με την Ένωση Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας;
Όλα ξεκίνησαν ύστερα από ένα τηλεφώνημα του κ. Βασίλη Βλαχάκου, του τέως Προέδρου και ιδρυτή της Ένωσης, ο οποίος μου είπε ότι θέλει νέους ανθρώπους να βοηθήσουν. Μπορώ να σου πω ότι λόγω περιορισμένου χρόνου δεν ήταν κάτι που θεωρούσα ότι μπορώ να το υποστηρίξω στο 100%. Βέβαια, ακόμα το πιστεύω, για να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους, μιας και κάποιες σκέψεις δεν μπορώ να τις αποδώσω όπως θέλω. Το ευχάριστο είναι ότι έχω ανθρώπους, συνεργάτες, συναδέλφους, φίλους, -πες το όπως θέλεις- έξι εντελώς διαφορετικά πρόσωπα μεταξύ τους κι ένας εγώ επτά, που νομίζω ότι ο ένας συμπληρώνει τον άλλον. Βέβαια, είναι νωρίς ακόμη για να πούμε ότι έχουμε δεθεί στον απόλυτο βαθμό, αλλά να σου πω την αλήθεια, οι διαφορετικές καταβολές μας είναι και μια πρόκληση, γιατί πρέπει επιτέλους να καλλιεργήσουμε την κουλτούρα της συνεργασίας σε αυτόν τον τόπο. Δεν ήταν μια παρέα έτοιμη, ένα σύνολο που μετρούσε πολλά χρόνια λειτουργίας, μία συλλογικότητα όπου ο ένας ήξερε τον άλλον, ώστε να λειτουργούμε με κλειστά μάτια. Τώρα, πρέπει από την αρχή να συνδεθούμε και νομίζω ότι αυτό είναι και η γοητεία της όλης διαδικασίας.
   Βέβαια είμαι μέλος της Ένωσης σχεδόν από την ίδρυσή της, όμως δεν μπορώ να πω ότι ήμουν τόσο ενεργός όσο θα ήθελα. Ωστόσο αυτή η ενασχόληση είναι κάτι διαφορετικό, κάτι που πάντα με γοήτευε, γιατί μου έδινε ερεθίσματα. Δυστυχώς δεν έχουμε πολλά από αυτά στη Σπάρτη και δεν μιλάω για τα αυτονόητα ερεθίσματα, της εξόδου, του καφέ και του ποτού. Μιλάω για αυτά που έχουμε μέσα μας και θέλουμε λίγο να τα ξύσουμε, αλλά δεν μπορούμε εύκολα να το πράξουμε στη Σπάρτη και γενικότερα στη Λακωνία. Έτσι μέσω της Ε.Π.Δ.Λ. βρέθηκε ένα πρόσφορο έδαφος και ένα πλαίσιο στο οποίο σου λένε «έλα, τρέξε, δημιούργησε και μετά έλα να κριθείς». Συνηθίζω να λέω ότι παραλάβαμε κάτι πολύτιμο και θέλουμε να το πάμε ένα βήμα παραπέρα…

– Πως μπήκε το γράψιμο στη ζωή σου;
Το γράψιμο πρωτομπήκε στη ζωή μου στην Α’ Γυμνασίου, δειλά και από άλλη σκοπιά, αυτήν της μουσικής και των στίχων. Ξεκίνησα στη Γ’ Δημοτικού να ασχολούμαι με το πιάνο. Ένα απόγευμα Κυριακής -το θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά- για κάποιον ανεξήγητο λόγο (συνήθως έτσι λειτουργώ όλα τα χρόνια… κάτι γυρίζει μέσα μου, σαν ένα κλειδάκι) αποφάσισα να κάνω μια πρώτη απόπειρα σύνθεσης! Δεν μπορώ να σου περιγράψω καν τα πρώτα μου τραγούδια. Όταν τα θυμάμαι, γελάω…! Έτσι, σιγά σιγά, ξεκίνησε να με ενδιαφέρει αυτό το κομμάτι των στίχων. Τους δούλευα όλο και περισσότερο, έσκιζα, έγραφα ξανά. Στην πορεία οι στίχοι μετεξελιχθήκαν σε ποιήματα, τα ποιήματα έγιναν μικρές ιστοριούλες και κάπως έτσι φτάσαμε να μιλάμε για συγγραφή. Δεν μπορώ, όμως, να σου πω ότι μου αρέσει αυτός ο όρος, σε ότι έχει να κάνει με εμένα. Πιστεύω ακράδαντα αυτό που λέει ο Δημήτρης Αβούρης: «με ένα βιβλίο δε γίνεσαι συγγραφέας». Για το μόνο που μπορώ να σου μιλήσω με βεβαιότητα είναι ότι εκεί βρήκα ένα πεδίο έκφρασης. Αυτό είναι για μένα η γραφή, ένα πεδίο έκφρασης και τίποτε άλλο. Χωρίς φαμφάρες, χωρίς γαλόνια, χωρίς, χωρίς, χωρίς… Είναι πολύ μακριά από μένα όλα αυτά και μπορώ να σου πω ότι δεν τα θέλω κιόλας˙ και μιλάω ειλικρινά.

– Τι είναι το βιβλίο και η τέχνη για εσένα;
Το βιβλίο για μένα είναι μυρωδιά. Δεν μου αρέσει καθόλου που έχουμε περάσει πια στην εποχή του tablet και του ηλεκτρονικού βιβλίου. Ναι, σίγουρα πρόκειται για μία φοβερή ευκολία κι ένα μοναδικό επίτευγμα της τεχνολογίας, αλλά μας λείπουν οι μυρωδιές. Έχουμε μάθει στον περιορισμένο χρόνο μας να κάνουμε πράγματα τα οποία δεν μας δίνουν τροφή για σκέψη. Αν και υπήρξα τηλεορασόπληκτος, κάποια στιγμή αποφάσισα να την κλείσω μια και καλή. Το τηρώ ακόμη! Θεωρώ ότι το βιβλίο θα έπρεπε να βρίσκεται στα χέρια μας, στο κρεβάτι μας, στο κομοδίνο μας, στη βιβλιοθήκη μας, να είναι αυτό που όχι μόνο θα μας δώσει γνώσεις, αλλά και θα κοσμήσει τον χώρο. Θα γίνει κτήμα και βίωμα. Απογοητεύομαι που φεύγουν τα παιδιά από το Λύκειο, εισάγονται στο Πανεπιστήμιο και έχουν συνδυάσει το βιβλίο με τις εξετάσεις. Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να το αλλάξουμε όλο αυτό γιατί απαιτεί βούληση και από τις δύο πλευρές, απαιτεί ξερίζωμα νοοτροπίας. Σίγουρα, εσύ θα δώσεις στο παιδί το ερέθισμα ως εκπαιδευτικός, αλλά θα πρέπει και το παιδί να το αρπάξει, να το αξιοποιήσει, κάτι να το κάνει. Βέβαια, το λέω και το ξαναλέω ότι είμαι αισιόδοξος. Θεωρώ ότι κάτι θα γίνει στο τέλος. Αυτή δεν είναι κι η ιστορία μας; Πάντα στο παρά πέντε κάτι γινόταν …

– Έχεις εκδώσει μία ποιητική συλλογή. Μίλησέ μας για αυτή και για τη συνέχεια που έπεται…
Αυτή η συλλογή προχώρησε στη λογική της αυτοέκδοσης. Προέκυψαν, δηλαδή, κάποια αντίτυπα για προσωπική χρήση και για κάποιους φίλους, κυρίως για να ακούσω απόψεις, να τα πάρω εγώ στα χέρια μου και να τα κρατήσω, να μυρίσω λίγο το χαρτί… Αυτή η ποιητική συλλογή με τίτλο «Επιφάνεια» κυκλοφόρησε το 2008. Έκτοτε κάποιες σκέψεις περνούσαν πάλι στο χαρτί -είναι αυτό που λέω, ότι θέλω να βάζω τις λέξεις μου στη σειρά! Τώρα ήρθε η ώρα να εκδοθεί από τις εκδόσεις «Πνοή» μια ιστορία υπό τον τίτλο «Εκεί που πετάει ο νους» που περιλαμβάνει διηγήματα και ποιήματα, τα οποία όμως δένονται στο τέλος. Όλα αυτά αποτελούν μια ενιαία οντότητα, αλλά για λόγους πλοκής υπάρχει έντονα το στοιχείο της αποσπασματικότητας. Ελπίζω να πάνε όλα καλά. Οι εκδότες, ο κος Δημήτρης Καραναστάσης και η κα. Κάκια Ξύδη, θεωρούν πως μέχρι το καλοκαίρι θα κυκλοφορήσει. Περιμένουμε, λοιπόν …

– Ας επιστρέψουμε στα της Ένωσης. Είστε ένα νέο συμβούλιο με ορίζοντα 4ετίας. Ποιες είναι οι επόμενες δράσεις και το όραμά σας;
Η Ένωση λειτουργεί ως μία στέγη των ανθρώπων που θέλουν να εκφραστούν και όλο αυτό συμβαίνει στη νιοστή. Αν μπορούμε εμείς να εξασφαλίσουμε αυτή τη νιοστή, ή τουλάχιστον ένα μέρος της, θα είμαστε χαρούμενοι. Όσον αφορά το όραμα, δεν μπορώ να σου πω ότι υπάρχει μακροπρόθεσμο σχέδιο κι αυτό όχι στη λογική της έλλειψης σχεδιασμού ή οργάνωσης, αλλά γιατί θεωρούμε ότι τα αργά και σταθερά βήματα είναι αυτά που μπορούν στο τέλος να αφήσουν θετικό πρόσημο.   
   Οι επόμενες δραστηριότητες που προγραμματίζουμε είναι μια παραδοσιακή βραδιά, την οποία έχουμε ήδη αρχίσει να σχεδιάζουμε, καθώς κι ένας διαγωνισμός ποίησης και ζωγραφικής για παιδιά Δημοτικού και Γυμνασίου. Αυτό που, επίσης, θα θέλαμε πάρα πολύ να υλοποιηθεί είναι η δημιουργία ενός χώρου, ο οποίος θα λειτουργεί ως δανειστική βιβλιοθήκη και ως καλλιτεχνικό εργαστήρι. Για το σκοπό αυτό έχουμε δώσει τα χέρια με το Δήμαρχο Σπάρτης, ο οποίος μας έχει προσανατολίσει και μας έχει υποδείξει έναν συγκεκριμένο χώρο. Τώρα περιμένουμε να ολοκληρωθεί η γραφειοκρατική διαδικασία και να αρχίσουμε να βάφουμε, να τοποθετούμε τα έπιπλά μας, τα βιβλία μας κ.ο.κ.
   Αυτά σε πρώτο επίπεδο! Πιστεύω πάντως πως ζούμε σε μία εποχή ευκαιριών. Είμαι αισιόδοξος, γιατί οι δυσκολίες σε ωθούν να σκέφτεσαι, να μην επαναπαύεσαι ή τουλάχιστον να μην θέλεις να επαναπαύεσαι. Βέβαια, υπάρχουν δυσκολίες όσον αφορά το χρόνο˙ από τη μια αισθάνεσαι ότι τον έχεις μπροστά σου και είναι απεριόριστη η δυναμική του, από την άλλη σκέφτεσαι ότι πρέπει να γίνουν όλα τώρα, μιας και η χρονοτριβή κοστίζει … Βέβαια, ακόμη και η συνειδητοποίηση είναι ένα δώρο, όπως συνηθίζω να λέω …

– Στην πόλη μας συμβαίνουν συχνά βιβλιοπαρουσιάσεις. Έχει αυξηθεί ο αριθμός; Κατά πόσο η κρίση επηρεάζει το βιβλίο;
Οι βιβλιοπαρουσιάσεις σίγουρα έχουν αυξηθεί. Έχουν πολλαπλασιαστεί μπορώ να πω! Βέβαια δεν έχω σαφές μέτρο σύγκρισης, μιας και η βιβλιοπαρουσίαση μπήκε την τελευταία πενταετία στη ζωή μου. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι στο παρελθόν ούτε έπεφταν στα χέρια μου προσκλήσεις τόσο συχνά ούτε έβλεπα στο διαδίκτυο κάποιες ανακοινώσεις για παρουσιάσεις βιβλίων. Όπως είπα και νωρίτερα, ο κόσμος ψάχνει τρόπο έκφρασης και πεδίο δράσης. Θα έλεγα όμως ότι η κρίση επηρεάζει ως ένα βαθμό το βιβλίο˙ κυρίως τους ανθρώπους που ασχολούνται σε επίπεδο εκδόσεων και πωλήσεων. Από την άλλη, θεωρώ ότι το βιβλίο επηρεάζεται και θετικά απ’ την κρίση. Αυτή η συγκυρία σου δίνει περισσότερη ώθηση να ασχοληθείς με τη συγγραφή, είτε αυτή λέγεται μυθιστόρημα, είτε λέγεται ποίηση, είτε καλλιτεχνική δημιουργία σε ευρύτερη διάσταση. Θα σου πω αυτό που έχει γράψει ο Αναγνωστάκης … «Ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;». Αν δεν το κάνουμε τώρα, δεν θα το κάνουμε ποτέ! Καλύτερα να είμαστε δραστήριοι και ενεργοί σε περιόδους κατηφόρας και παρακμής, παρά να περιμένουμε τους περιβόητους μεσσίες. Δυστυχώς, δεν θα έρθουν ποτέ! Ευτυχώς, δεν θα έρθουν ποτέ…

– Ο Λάκωνας είναι από τους πολίτες που διαβάζει;
Θεωρώ ότι διαβάζει, αλλά διαβάζει συγκεκριμένα πράγματα. Σου λέω τι έχω ιχνηλατήσει. Δεν σημαίνει ότι η άποψή μου είναι και σωστή. Θεωρώ, λοιπόν, ότι υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων που ασχολείται με την ανάγνωση βιβλίων, τα οποία έχουν να κάνουν με το σκληρό πυρήνα της Σπάρτης και ευρύτερα της Λακωνίας. Η αρχαιότητα, το Βυζάντιο ή οτιδήποτε αφορά την ιστορία της πόλης και του νομού μας. Υπάρχει, όμως, μία μερίδα ανθρώπων που ψάχνεται, ερευνά, αναζητά, ρωτάει… Ομολογώ ότι έχω βρει περισσότερα ευήκοα ώτα από όσα υπολόγιζα! Έχουμε τη φήμη ενός σκληρού γένους, μιας σκληρής γενιάς και πόλης. Στην πράξη θεωρώ ότι οι ευαισθησίες μας είναι περισσότερες και για αυτό το λόγο ψάχνουμε περισσότερες διεξόδους. Θέλω να πιστεύω πολύ σε αυτό…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

– Σαν εκπαιδευτικός, ποια θεωρείς ότι είναι η θέση της δημιουργίας στην ελληνική εκπαίδευση;
Δυστυχώς, σε αυτό το κομμάτι δεν θα έλεγα ότι είμαι πολύ αισιόδοξος. Από τη μία παρατηρώ λίγο μουδιασμένος τις νέες σκέψεις και τις νέες ιδέες των εφήβων, από την άλλη βλέπω ένα μούδιασμα και από τους εκπαιδευτικούς, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μου πλευράς. Νομίζω ότι όλοι μαζί ψαχνόμαστε. Ελπίζω ότι αυτή η αναζήτηση με κάποιον τρόπο θα μας δώσει έναν κοινό τόπο.
   Θα ήθελα τα παιδιά να είναι πιο δημιουργικά, θα ήθελα να είναι πιο δραστήρια, θα ήθελα να ασχολούνται περισσότερο με την κριτική τους σκέψη, θα ήθελα, θα ήθελα, θα ήθελα… Αν το παιδί θέλει, κάπου εκεί θα μπει κι ο παράγοντας οικογένεια. Όσο κι αν πιστεύω ότι ο καθηγητής διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή του παιδιού, είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι όλα ξεκινούν από το σπίτι. Αν το σπίτι σου δώσει το ερέθισμα, είτε έτσι είτε αλλιώς, είτε στο μέγιστο βαθμό είτε στον ελάχιστο, κάτι θα «αρπάξεις» και με κάποιον τρόπο θα πορευτείς. Αν η οικογένεια σφυρίζει αδιάφορα και στέκεται μόνον στο πως θα σου καλύψει τις καταναλωτικές σου ανάγκες, το έχεις χάσει το παιχνίδι. Η εποχή δημιούργησε υπερκαταναλωτικές μηχανές και … ξέχασε να τους δώσει τροφή για σκέψη.

– Εστιάσαμε στο βιβλίο. Όμως η Ε.Π.Δ.Λ. έχει και καλλιτεχνικό τμήμα. Σωστά;
Ναι! Έχει καλλιτεχνικό τμήμα, επικεφαλής του οποίου είναι η κα. Άννα Ζήτη. Το καλλιτεχνικό τμήμα μπορώ να πω ότι είναι ιδιαίτερα δραστήριο και σε πολλές περιπτώσεις εξελίσσεται σε έναν ισχυρό πυρήνα της Ένωσης. Μάλιστα προγραμματίζουμε για το τέλος του ερχόμενου Σεπτεμβρίου μία κεντρική έκθεση με θέμα την Λακωνία, στην οποία θα εκτεθούν -στο κέντρο της Σπάρτης- έργα των μελών μας. Ευελπιστούμε ότι όλο αυτό θα αποτελέσει ένα έναυσμα για να ανοίξει κι άλλο η αγκαλιά μας και να έρθουν κι άλλοι άνθρωποι να εγγραφούν ως μέλη στην Ένωση. Αυτός είναι ένας από τους πολύ σημαντικούς στόχους, το να έρθουν δηλαδή άνθρωποι κάθε ηλικίας και να αγκαλιάσουν όλη αυτή την προσπάθεια, διότι θεωρώ ότι έχουμε πολλά περιθώρια βελτίωσης κι εξέλιξης.
Με την ευκαιρία να σου πω ότι εκτός από την κα. Ζήτη, την οποία προανέφερα, στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης είναι η κα. Ελένη Τζικάκου υπεύθυνη λογοτεχνικού τμήματος, η κα. Ουρανία Μπούρτζινου, γενική γραμματέας, και οι κύριοι Δημήτρης Διαμαντάκος, ταμίας, Γιώργος Δημακόγιαννης, αντιπρόεδρος και Τάσος Βεκράκος, υπεύθυνος τύπου.

– Ωραία Ελένη και Ένωση. Ποια η σχέση τους;
Η Ωραία Ελένη αποτέλεσε ένα πολύ σοβαρό θέμα για το Κέντρο Σπαρτιατικών Μελετών, ένα ακόμα τμήμα της Ένωσης, το οποίο καθοδηγείται από την κα. Αγγελική Αργειτάκου. Η Ωραία Ελένη είναι, επίσης, το θέμα του διαγωνισμού ποίησης και ζωγραφικής, που βρίσκεται σε εξέλιξη. Είναι ένα θέμα, το οποίο δεν εξαντλείται ποτέ! Αν αναλογιστεί κανείς ότι δεν έχουμε μία συγκεκριμένη εικόνα για την Ωραία Ελένη μπορούμε να καταλάβουμε την πολυεπίπεδη μορφή που κατάφερε ο Όμηρος να της προσδώσει συνειδητά ή ασυνείδητα. Νομίζω ότι έχουμε πολλά ακόμα να ψάξουμε και να ερευνήσουμε για το θέμα αυτό.

– Επιστροφή σε κάτι πιο προσωπικό. «ΦΥΣΗκά Βαμβακού»;
(σ.σ. γέλια) Αυτή είναι μια άλλη ευαίσθητη χορδή˙ ίσως η πιο ευαίσθητη, γιατί η Βαμβακού είναι αυτό που αποκαλούμε καταφύγιο. Στον Πολιτιστικό Σύλλογο «Νέα Ζωή» της Βαμβακούς είμαστε μια παρέα επτά ανθρώπων που μεγαλώνουμε μαζί, που μαλώνουμε μαζί, που συμφωνούμε μαζί, που γκρινιάζουμε, που χαιρόμαστε, που χαμογελάμε, που δημιουργούμε… Πραγματικά, για εμάς η Βαμβακού αποτελεί… φωλιά. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν γίνει περίπου εβδομήντα εκδηλώσεις. Δεν είναι τόσο η ποσότητα των εκδηλώσεων που μας ενδιαφέρει όσο η ποιότητα. Κάποια στιγμή χρειάστηκε να δημιουργηθεί ένα έντυπο με τις δραστηριότητες των τελευταίων ετών κι εκεί μπορώ να πω ότι χτύπησε αυτή η ευαίσθητη χορδή ξανά, γιατί άρχισα να συνειδητοποιώ όσα έχει πετύχει η ομάδα μας. Τώρα, ετοιμαζόμαστε για τον 5ο Κύκλο Εκδηλώσεων «ΦΥΣΗκά Βαμβακού», ο οποίος επιφυλάσσει αρκετές εκπλήξεις!
   Πολλές φορές, συζητάμε με τα παιδιά στη «Νέα Ζωή» κατά πόσο είναι εύκολο να διορθώσεις τα λάθη που έχουν προκύψει από το παρελθόν ή κατά πόσο είναι εύκολο να κληρονομήσεις… «αμαρτήματα» του χθες και να τα διαχειριστείς. Γι’ αυτό η λογική μας είναι να σχεδιάζουμε τα πάντα από μηδενική βάση και με το σκεπτικό ότι τώρα ξεκινάμε! Αρκετές φορές αναρωτηθήκαμε τι παραπάνω μπορεί να δρομολογηθεί σ’ ένα χωριό που έχει επτά μόνιμους κατοίκους (!). Έτσι, τους τελευταίους μήνες έχουμε αρχίσει να δουλεύουμε προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν ξέρω που θα μας οδηγήσει και σίγουρα όλο αυτό μας προκαλεί αρκετό άγχος. Πάντως είτε τα καταφέρουμε είτε όχι, το σίγουρο είναι ότι μέσα από την προσπάθειά μας, θα έχουμε βγει πολύ πιο δυνατοί… Θεωρώ ότι όλη αυτή η δραστηριότητα μέσα από τη Νέα Ζωή σταδιακά άρχισε να αλλάζει το σκεπτικό μας και να μας διαμορφώνει.

– Εκτός των άλλων ασχολείσαι με το διοικείν και στον αθλητισμό μέσω της ομάδας καλαθοσφαίρισης του «Λακωνικού»…
Ο Λακωνικός είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο της ζωής μου. Είμαστε μια παρέα, η οποία προσπαθεί να λειτουργεί -στο μέτρο του εφικτού- με επαγγελματικό τρόπο σε ερασιτεχνικές κατηγορίες. Θέλουμε πολύ όλο αυτό να μεγαλώσει. Έχουμε να χαιρόμαστε για διάφορα πράγματα. Πρώτα από όλα, επειδή μπορούμε να κοιτάμε στα μάτια τους γονείς και τα παιδιά. Ο σκοπός, μεταξύ άλλων, είναι να συμβάλουμε, στην εξέλιξη των παικτών τόσο σε αθλητικό όσο και προσωπικό επίπεδο. Ύστερα από 6 χρόνια λειτουργίας της ομάδας του Λακωνικού, με στελεχωμένα όλα τα τμήματα, με 100 παίκτες σε όλες τις κατηγορίες, με αναπτυξιακές κινήσεις, όπως η πρόσφατη συνεργασία με τον πρώην διεθνή καλαθοσφαιριστή Νίκο Μπουντούρη, και πολλά ακόμη, αισθανόμαστε ότι χτίζεται σταδιακά ένα σημαντικό αθλητικό μέγεθος στο νομό.

– Η τόσο ενεργή ενασχόλησή σου με το κοινά περιορίζει τον προσωπικό σου χρόνο;
Μπορώ να σου πω ότι το χρόνο μου δεν τον περιορίζουν τόσο οι δραστηριότητες με τους συλλόγους όσο οι επαγγελματικές υποχρεώσεις. Ωστόσο, προσπαθώ να κλέψω όσο περισσότερο χρόνο μπορώ από τη ζωή μου, για να τον κάνω ελεύθερο! Το πρόβλημά μου είναι ότι δεν μπορώ να κάτσω στο κρεβάτι και να χαζέψω το ταβάνι… Για κάποιο λόγο, τον οποίο ακόμη προσπαθώ να εξηγήσω, δεν μπορώ να εφησυχάσω. Ο προσωπικός μου χρόνος διοχετεύεται σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια στην ενασχόλησή μου με τη «Νέα Ζωή», το «Λακωνικό B.C.» και την Ένωση Πνευματικών Δημιουργών. Όλη αυτή τη δραστηριότητα τη χαίρομαι, βρε παιδί μου!

– Πιστεύεις πως ο κόσμος έχει απαξιώσει τα κοινά; Πως εξηγείς ότι πολλές φορές υπάρχουν άτομα που ασχολούνται με πλέον του ενός φορέα κι άλλα που αποφεύγουν να ασχοληθούν με το κοινωνικό σύνολο;
Σε αυτό δεν έχω ακόμη συγκεκριμένη άποψη. Δεν έχω κατασταλάξει. Ίσως, διότι από τη μια θα περίμενα και θα ήθελα να βλέπω κατά δεκάδες ή κατά εκατοντάδες τους νέους να ασχολούνται με τα κοινά και να πιστεύουν ότι τώρα είναι η δική τους η ώρα, από την άλλη μπαίνει αυτό που σου είπα και πριν… Δηλαδή, τί γίνεται με τις «αμαρτίες» του παρελθόντος και γιατί να τις κληρονομήσω! Δεν μπορώ να φτιάξω κάτι καινούργιο; Δεν μπορώ να φτιάξω μια Νέα Κοινωνία; Δεν το θέτω στη βάση ενός ιδεαλιστή που τα βλέπει όλα με τη λογική του οράματος ή ρομαντικά και ιδανικά. Μιλάω καθαρά ρεαλιστικά και πρακτικά. Μακάρι να μπορούσαν ν΄ ανέβουν κι άλλοι σε αυτό το άρμα της συνεργασίας και της δημιουργίας. Πραγματικά το θεωρώ άδικο που δεν συμβαίνει. Δυστυχώς, η πραγματικότητα δείχνει ότι δεν τα έχουμε πάει και τόσο καλά στον τομέα της συνεργασίας. Έτσι δεν είναι…;

– Νομίζω είσαι ο «άνθρωπος-βιβλιοπαρουσίαση» του νομού! Έχεις μετρήσει ποτέ πόσες βιβλιοπαρουσιάσεις έχεις κάνει έως σήμερα;
Μάλλον πρέπει σιγά σιγά να τις περιορίζω (σ.σ. γέλια)… Όχι! Δεν τις έχω μετρήσει. Είναι σίγουρα αρκετές. Αλλά ξέρεις γιατί μου αρέσει; Γιατί πρέπει να κάνω δύο πράγματα και να ανταποκριθώ σε ένα διπλό ρόλο. Ο ένας είναι αυτός του αναγνώστη στην αρχή και στη συνέχεια εκείνος του ανθρώπου που όχι μόνον θα πρέπει να βγάλει ένα απόσταγμα, αλλά να το διοχετεύσει και στο κοινό. Δεν είναι εύκολη διαδικασία η βιβλιοπαρουσίαση.
Πολύ δύσκολα θα πω σε κάποιον συγγραφέα ότι δεν θα αναλάβω την παρουσίαση του βιβλίου του. Όχι μόνο γιατί είναι τιμητικό -αν και έχει γίνει πολύ κλισέ πια αυτή η ατάκα- αλλά γιατί είναι και πολύ γοητευτικό να έχεις απέναντί σου έναν άνθρωπο, να κρατάει το «παιδί» του -όπως πολύ τυπικά συνηθίζουμε να λέμε- και να σου το εμπιστεύεται. Να σου λέει «διάβασέ το, πες μου μετά ποιες είναι οι απόψεις, οι εντυπώσεις σου και μοιράσου τες με το αναγνωστικό κοινό». Για αυτό ακριβώς νοιώθω ότι στο μέτρο που μου αναλογεί και όσο βαστούν τα χέρια και το μυαλό μου θα το κάνω δίχως εξαιρέσεις.

– Αντί επιλόγου, με ποιο αγαπημένο απόσπασμα από βιβλίο θα ήθελες να κλείσουμε την κουβέντα μας;
Θα σου πω τη φράση του Καζαντζάκη που προσπαθώ να την έχω μπροστά μου καθημερινά: «Να αγαπάς την ευθύνη! Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω». Είναι κάτι που πιστεύω βαθιά. Σ΄ ένα σύνολο περίπου δέκα εκατομμυρίων Ελλήνων, αν ο καθένας είχε μάθει να λειτουργεί ομαδικά, συλλογικά, θα έπαιρνε την ευθύνη που του αναλογούσε, θα τη χαιρόταν, θα τη σεβόταν, θα την επέστρεφε και θα την έκανε πάλι δική του… Ας κλείσουμε έτσι, λοιπόν: «να αγαπάμε την ευθύνη»!

———————

* Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε ένα μαρτιάτικο μεσημέρι στο Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο και Άλσος. Ευχαριστούμε το Σαϊνοπούλειο Ίδρυμα για τη φιλοξενία.

Γιάννης & Χριστόφορος Βεργόπουλος

gkl_9816Συνέντευξη στο
Νίκο Ι. Καρμοίρη
φωτογραφίες συνέντευξης:
Γιάννης Γκλέκας

Τους γνωρίζω από παιδιά, όταν πρωτοανταμώσαμε παίζοντας μπάλα με την ομάδα της Κοκκινόραχης στο γήπεδο της Κελεφίνας. Στην πορεία γίναμε φίλοι καρδιακοί και μοιραστήκαμε το ίδιο πάθος για το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο.

Πόσο δύσκολο είναι να κάνεις συνέντευξη με φίλους και να συζητήσεις πράγματα χιλιοειπωμένα για να τα βάλεις στο χαρτί; Αφού ξεπεράσαμε την αρχική αμηχανία, το διασκεδάσαμε και… τα καταφέραμε!

Ο λόγος, λοιπόν, για τους Γιάννη και Χριστόφορο Βεργόπουλο, διοικητικούς παράγοντες του Π.Α.Ο. Κοκκινόραχης, με τους οποίους συναντηθήκαμε εκεί που πρωτογνωριστήκαμε πραγματοποιώντας μιαν άκρως αθλητική κουβέντα.

Ο Γιάννης και ο Χριστόφορος Βεργόπουλος μας μιλούν για την ομάδα της Κοκκινόραχης που αγαπούν, το ποδόσφαιρο που ονειρεύονται, τις πολιτισμικές δράσεις που έχουν αναπτύξει μέσα από τον αθλητισμό και την νοοτροπία που πασχίζουν να αλλάξουν…

Το γήπεδο της Κελεφίνας απλώνεται μπροστά μας! Ξεκινάμε…

– Πολύς ντόρος με τα αρχικά ΠΑΟΚ! Από πού κι ως που ΠΑΟΚ τόσο νότια;
   Χ.Β.: (σ.σ. γέλια) Α, αυτή είναι μια περίεργη κι ενδιαφέρουσα ιστορία. Όταν το 1989 μαζεύτηκαν οι τότε νέοι του χωριού να φτιάξουν την ομάδα οι περισσότεροι ήταν φίλαθλοι της ΑΕΚ και του ΠΑΟΚ. «Τσακώνονταν» αν θα πουν την ομάδα Αθλητική Ένωση Κοκκινόραχης ή Ποδοσφαιρικός Αθλητικός Όμιλος Κοκκινόραχης! Τελικά επικράτησε το δεύτερο και… χάρηκαν οι Παοκτσίδες! Ωστόσο, η ομάδα έχει γίνει γνωστή στους Λάκωνες φιλάθλους ως Π.Α.Ο. Κοκκινόραχης…
   Γ.Β.: Στην πορεία χρησιμοποίησαν ως έμβλημα σε κάποιες φανέλες το δικέφαλο αετό. Όταν αναλάβαμε εμείς την ομάδα, με αφορμή τα αρχικά και το δικέφαλο, φτιάξαμε το δικό μας σήμα αντιγράφοντας κατ’ ουσίαν -με μικρές διαφοροποιήσεις- τον δικέφαλο αετό του ΠΑΟΚ!

– Πως γεννήθηκε η ιδέα ενασχόλησης με την ομάδα;
   Χ.Β.: Ήταν το πρώτο καλοκαίρι που είχαμε ξεμπλέξει όλοι μας με το στρατό και τις σπουδές. Επιστρέψαμε στη Σπάρτη και θέλαμε να ασχοληθούμε με κάτι να περνάμε την ώρα μας δημιουργικά. Θέλαμε να παίξουμε και μπάλα και έτσι τα συνδυάσαμε.
   Γ.Β.: Κοίτα, η ομάδα είχε διαλυθεί από το 2012. Πριν φύγουμε για σπουδές είχαμε όλοι παίξει μπάλα εδώ. Είναι κι η ομάδα του χωριού μας, την έφτιαξε η γενιά των πατεράδων μας, είχαν παίξει μπάλα συγγενείς μας και κάπως έτσι συναισθηματικά και ρομαντικά αρχίσαμε να σκεφτόμαστε να ασχοληθούμε με την ομάδα. Νομίζω όλοι όσοι ασχοληθήκαμε στην αρχή είχαμε ταυτόχρονα την ίδια σκέψη. Εκείνος που μας ξεσήκωσε και μας έδωσε ώθηση να κάνουμε το πρώτο βήμα ήταν ο φίλος μας ο Παναγιώτης Περγαντής. Ένα ολόκληρο καλοκαίρι ερχόταν κάθε βράδυ σπίτι και μας έλεγε το ίδιο πράγμα… Κάναμε το ξεκίνημα και σε αυτό μας βοήθησαν αρκετά και τα μέλη της παλιάς διοίκησης που είδαν την ομάδα να αναγεννιέται και χάρηκαν.

– Τι προβλήματα αντιμετωπίσατε σε αυτό το νέο ξεκίνημα;
   Γ.Β.: Όπως είχε γράψει κι ο Χριστόφορος σε ένα άρθρο «ξεκινήσαμε δίχως κάλτσες»…
   Χ.Β.: Χωρίς ίχνος υπερβολής! Αυτή είναι και η αλήθεια.
   Γ.Β.: Πράγματι! Κι όχι μόνο δεν είχαμε τα βασικά, αλλά είχαμε και ταμείο μείον! Με τα πολλά καταφέραμε ξεχρεώσαμε τις όποιες υποχρεώσεις «κληρονομήσαμε», και προσπαθούσαμε διαρκώς να προμηθευτούμε αθλητικό υλικό, να βρούμε παίκτες κ.ο.κ. Πηγαίναμε σχεδόν στα τυφλά. Βρήκαμε κάποιους παλιούς παίκτες, ήρθαν κάποιοι φίλοι μας που επέστρεψαν κι εκείνοι από σπουδές και σιγά σιγά αρχίσαμε να φτιάχνουμε την ομάδα. Δεν ήταν ανταγωνιστική, αλλά μπορείς να πεις ότι ήταν ομάδα. Με το ζόρι κερδίσαμε κάποια παιχνίδια αλλά και με το ζόρι βάζαμε γκολ. Κάθε μας γκολ το πανηγυρίζαμε λες και είχαμε πάρει πρωτάθλημα!
   Χ.Β.: Και οι παίκτες μας έβαλαν πλάτη σε αυτό το ξεκίνημα, με χρήματα, με άλλου είδους βοήθεια κλπ. Για παράδειγμα, ο τότε αρχηγός μας και συγχωριανός Σπύρος Κονιδάρης κανόνισε μια χορηγία και βγάλαμε την πρώτη μας εμφάνιση. Όλες οι εμφανίσεις που είχαμε μέχρι τότε ήταν του ’90!
   Γ.Β.: Ξέρεις κι ένα άλλο πρόβλημα που είχαμε στο ξεκίνημα; Ότι επειδή ήμασταν μικροί κι άπειροι – η ηγετική ομάδα της Διοίκησης ήταν τότε μέσου όρου ηλικία 23-24 ετών- και επειδή είχαμε δουλέψει αρκετά για να χτίσουμε την ομάδα από το μείον, κάθε φορά που αδικούμασταν, και αυτό συνέβαινε συχνά, φωνάζαμε και διαμαρτυρόμασταν έντονα. Σε σημείο που γίναμε γραφικοί και παρεξηγηθήκαμε. Μέχρι και «κωλόπαιδα» μας χαρακτήρισαν κάποιοι άνθρωποι του ποδοσφαίρου. Χρόνο με το χρόνο, βέβαια, κατάλαβαν και ποιοι είμαστε και τι προσπαθούμε κάνουμε και ποια φιλοσοφία έχουμε για το ποδόσφαιρο. Και οι όποιες παρεξηγήσεις νομίζω ότι πλέον έχουν σχεδόν εξαλειφθεί.

– Ποια είναι η φιλοσοφία που θέλετε να περάσετε στο ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό γενικότερα;
   Γ.Β.: Η ομάδα ιδρύθηκε από μία παρέα συγχωριανών. Αναγεννήθηκε επίσης από μία παρέα φίλων. Αυτό που θέλαμε να κάνουμε είναι να έχουμε μια ομάδα παρέα, οικογένεια. Να παίζει ο ένας μπάλα για τον άλλον. Και να τα δίνει όλα ο ένας για τον άλλον. Έτσι στήσαμε την ομάδα την πρώτη σεζόν, με φίλους και παιδιά από το χωριό.
   Χ.Β.: Στην πορεία οι φίλοι έφερναν άλλους φίλους και γινόμασταν σιγά σιγά μια ανταγωνιστικότερη ομάδα. Με καλούς παίκτες και ένα καλό σύνολο. Και ήρθαν παιδιά που γούσταραν όλο αυτό που κάναμε. Και μέσα κι έξω από το γήπεδο. Κι όσοι πραγματικά ταυτίστηκαν με την ομάδα έμειναν. Όσοι -λίγοι- δεν μπόρεσαν να εγκλιματιστούν και να καταλάβουν τη φιλοσοφία μας αποχώρησαν μόνοι τους αργά ή γρήγορα.

– Από την πρώτη στιγμή δώσατε το πρώτο δείγμα γραφής της φιλοσοφίας σας με εξωαγωνιστικές δράσεις. Ποιες ήταν αυτές;
   Χ.Β.: Νομίζω ότι το πρώτο πράγμα που κάναμε κι έκανε εντύπωση ήταν το match program (σ.σ. αθλητικό περιοδικάκι ομάδας που διανέμεται σε αγώνες). Όσοι το έπιασαν στα χέρια τους εντυπωσιάστηκαν. Βγάλαμε το πρώτο match program στη Λακωνία πολύ πριν ακόμα κι από άλλες ομάδες που βρίσκονταν σε υψηλότερες κατηγορίες από εμάς. Ε, μετά συνεχίσαμε με το φιλικό με τα κατηχητικά, τη φανέλα με το «Χαμόγελο», κοπές πίτας στο γήπεδο, προσφορές αλληλεγγύης, έκθεση φωτογραφίας στην Πλατεία της Σπάρτης και άλλα πολλά! Μαζί με τον αθλητισμό παράγαμε και παράγουμε ταυτόχρονα και πολιτισμό.

– Πρώτη μεγάλη δράση το ήταν το φιλικό με τα κατηχητικά της Ι.Μ. Μονεμβασίας και Σπάρτης…
   Χ.Β.: Ναι! Κάποια φορά είχε έρθει ο Μητροπολίτης κ.κ. Ευστάθιος σε μία εκδήλωση της Ενορίας Κοκινοράχης. Πήγαμε κι εμείς σε εκείνη την εκδήλωση αμέσως μετά από ένα παιχνίδι˙ όπως ήμασταν με τις φόρμες. Στο τέλος συνομιλήσαμε με το Μητροπολίτη και τον εφημέριό μας κι ο Σεβασμιώτατος εξέφρασε την επιθυμία να έρθει και να παρακολουθήσει έναν αγώνα μας. Επειδή το γήπεδο με τις αρνητικές του συνήθειες δεν είναι πάντα η «γιορτή του αθλητισμού», σκεφτήκαμε να διοργανώσουμε έναν αγώνα γιορτή. Έτσι κανονίσαμε με το γραφείο Νεότητας της Μητρόπολης να διοργανώσουμε έναν φιλικό αγώνα («φιλικό αγώνα Αγάπης» τον ονομάσαμε) μεταξύ της ομάδας μας και μιας μεικτής ομάδας από μαθητές των κατηχητικών σχολείων, τα έσοδα του οποίου θα δίνονταν συμβολικά υπέρ των ιδρυμάτων της Μητρόπολης. Πράγματι ο αγώνας έγινε και μάλιστα παρευρέθηκε κι ο Μητροπολίτης μας, ο οποίος πρώτη φορά παρακολουθούσε αγώνα στο γήπεδο και φάνηκε να το χάρηκε, βλέποντας να παιδιά να παίζουν σε υγιή αθλητικά πλαίσια. Όλο αυτό ήταν μεγάλη τιμή για εμάς και την ομάδα μας.
   Γ.Β.: Στον αγώνα συμμετείχε κι ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής του ΠΑΟΚ Αντώνης Μαυρέας. Είδε την εκδήλωση που είχε δημοσιευτεί στο ίντερνετ μας έστειλε μήνυμα και ήρθε από την Καλαμάτα για να παίξει μαζί μας. Αυτό ήταν ιδιαίτερη τιμή για εμάς. Κι ένα «σχολείο» να παίζεις έστω κι ένα παιχνίδι μαζί με κάποιον που έχει παίξει για χρόνια σε Α’ Εθνική και Ευρώπη και μάλιστα έχει βρεθεί αντίπαλος με ονόματα όπως ο Μαραντόνα! Έβλεπες τις κινήσεις του στο γήπεδο και μόνο να μάθεις μπορούσες…

– Φέτος η ομάδα ακούστηκε πολύ ύστερα από τη συνεργασία με «Το Χαμόγελο του Παιδιού»…
   Χ.Β.: Αυτό ήταν μια ιδέα που είχαμε στο κεφάλι μας από όταν πρωτοξεκινήσαμε την ενασχόληση με την ομάδα. Απλά δεν υπήρχαν τα χρήματα για να την υλοποιήσουμε. Αντί χορηγού σκεφτόμασταν να βάλουμε στη φανέλα μας το λογότυπο ενός σημαντικού ανθρωπιστικού ιδρύματος, όπως έχουν κάνει μεγάλες ομάδες -π.χ. η Μπαρτσελόνα που συνεργάστηκε με τη Unicef- για να προβάλουμε και να ενισχύσουμε το έργο του και να αποτελέσουμε ένα υγιές παράδειγμα σκέψης. Εμείς επιλέξαμε «Το Χαμόγελο του Παιδιού» επειδή είναι ένας σημαντικός οργανισμός για τα παιδιά και για εμάς το παιδί εχει εξέχουσα θέση στην αθλητική μας δράση. Συνομιλήσαμε με τους ανθρώπους του οργανισμού, μας έδωσαν έγκριση και το προχωρήσαμε. Κάναμε μία εντυπωσιακή παρουσίαση φανέλας και παράλληλα bazaar με είδη του «Χαμόγελου» προς οικονομική του ενίσχυση. Όλο αυτό ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα του Λακωνικού Ποδοσφαίρου. Ο εκπρόσωπος του Οργανισμού μας είπε χαριτολογώντας: «τοπικό παίζετε ή SuperLeague;». Κι όλοι έδειξαν εντυπωσιασμένοι με την ιδέα μας, και φίλαθλοι και αξιωματούχοι του Δήμου Σπάρτης και της ΕΠΣ Λακωνίας. Κάποιοι φίλαθλοι, μάλιστα, παρήγγειλαν και τη φανέλα της ομάδας μας, γεγονός πρωτόγνωρο για ένα σωματείο που αγωνίζεται στη Β’ ερασιτεχνική κατηγορία!

– Το βίντεο με τη φανέλα με το «Χαμόγελο» είχε 15.000 προβολές στο διαδίκτυο σε τρεις μέρες! Σωστά;
   Γ.Β.: Τα δύο βίντεο που κάναμε ήταν πραγματικά εντυπωσιακά. Το ένα μάλιστα έπαιξε σε όλα τα μεγάλα αθλητικά site της χώρας. Ακόμα και σε τηλεοπτική εκπομπή πανελλήνιας εμβέλειας, όπως μας είπαν. Χωρίς υπερβολή για 2-3 μέρες όλη η ποδοσφαιρική Ελλάδα μίλαγε για την ομάδα της Κοκκινόραχης Σπάρτης που έχει σήμα το δικέφαλο του ΠΑΟΚ! Δεν ξέρω βέβαια, αν όλος αυτό ο ντόρος έκανε καλό στην ομάδα. Το αντίθετο! Μάλλον είχε αρνητικές συνέπειες. Μας ψώνισε, μας άγχωσε…; Δεν ξέρω!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

– Η φετινή πορεία ύστερα από τρία χρόνια σταδιακής αγωνιστικής ανόδου δεν ήταν η αναμενόμενη. Υπάρχουν θετικά ή ήταν μια καταστροφική χρονιά;
   Γ.Β.: Ναι, δεν ήταν καλή χρονιά η φετινή. Όμως, ακόμα και μέσα από μια καταστροφική χρονιά -όπως την ανέφερες- πάντα μπορούν να προκύψουν και θετικά στοιχεία. Αν τα εκμεταλλευτούμε θα μπορέσουμε να έχουμε την ευκαιρία να δούμε τι πήγε στραβά, τι κάναμε λάθος, τι μπορούμε να διορθώσουμε και αν θα καταφέρουμε την επόμενη χρονιά να είμαστε πιο ανταγωνιστικοί.
   Χ.Β.: Απλά για να πραγματοποιηθούν όλα αυτά θα πρέπει σε πρώτη φάση να αποφορτιστούμε από την φετινή χρονιά, να ηρεμήσουμε και να σκεφτούμε με ψυχραιμία την επόμενη μέρα.

– Ποια, λοιπόν, θα είναι η επόμενη μέρα στον Π.Α.Ο. Κοκκινόραχης;
   Γ.Β.: Η αλήθεια είναι πως σπάνια μιλούμε εκ των προτέρων για τα σχέδιά μας. Θέλουμε πρώτα να καθορίζουμε τον στόχο και μετά να τον παρουσιάζουμε˙ ακόμα και αν στο τέλος δεν καταφέρουμε να τον εκπληρώνουμε! Απαντώντας στην ερώτηση, όμως, θα σου πω ότι το Νο 1 για εμάς είναι να βρεθούν κι άλλα νέα άτομα για να μας πλαισιώσουν. Θα ήταν ευχής έργο! Έτσι θα ανανεωθεί το Δ.Σ., και σαν αποτέλεσμα θα έχει να καταμεριστούν ακόμη περισσότερο οι αγωνιστικές και εξωαγωνιστικές υποχρεώσεις της ομάδας. Αυτό θα αποτελέσει σημαντική βοήθεια για εμάς και την σωστότερη λειτουργία της ομάδας.

– Μια ιδιαίτερη δράση για ποδοσφαιρικό σωματείο είναι οι Ιππικοί Αγώνες; Πως προέκυψε η διοργάνωσή τους;
   Χ.Β.: Οι ιδέα για τους Ιππικούς Αγώνες έπεσε στο τραπέζι πριν από 6 χρόνια από ένα παλιό διοικητικό στέλεχος. Άρεσε σαν ιδέα, πραγματοποιήθηκε και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Οι Ιππικοί Αγώνες πραγματοποιούνται μαζί με λαϊκό γλέντι ανήμερα του Αγίου Πνεύματος και αποτελούν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για το σωματείο μας. Αδιαμφισβήτητα είναι μία από τις δυσκολότερες και πιο απαιτητικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται στο Νομό Λακωνίας. Η συγκεκριμένη εκδήλωση φαίνεται πως αρέσει στον κόσμο αν αναλογιστεί κανείς το πλήθος -περίπου 2.000-2.500 άτομα- που συγκεντρώνεται για να τους παρακολουθήσει κάθε χρόνο στο Ιπποδρομιακό Πάρκο Κοκκινόραχης. Έχουμε επισκέπτες στο χωριό μας εκείνη την ημέρα από 4-5 νομούς της Πελοποννήσου! Η διοργάνωση των Ιππικών Αγώνων είναι μια πρόκληση για εμάς και κάθε χρόνο πασχίζουμε να εξελίσσουμε και να βελτιώνουμε την εκδήλωση. Για αυτό άλλωστε φτιάξαμε μόνοι μας -από το μηδέν- και το Ιπποδρομιακό Πάρκο.

– Το χωριό έχει αγκαλιάσει αυτή την προσπάθεια;
   Χ.Β.: Ο παπάς του χωριού μας, ο πατήρ Συμεών, είναι στο πλευρό μας από την πρώτη στιγμή που έμαθε ότι θα ασχοληθούμε με την ομάδα. Κάθε χρόνο στον αγιασμό μας δίνει κι ένα χρηματικό ποσό για να πάρουμε μπάλες και αθλητικό υλικό.
   Γ.Β.: Κατά τα άλλα δεν θα μπορούσαμε να πούμε πως το χωριό έχει σταθεί αυτά τα τέσσερα χρόνια δίπλα στην ομάδα. Πέραν από το πανηγύρι που κάνουμε. Κατά τη διάρκεια της αγωνιστικής περιόδου, εννοώ. Δεν αντιλαμβάνονται ότι παίζει μπάλα η ομάδα, γιατί η έδρα της είναι εκτός του χωριού τα τελευταία χρόνια. Αν είχαμε το γήπεδο μας σε χρήση νομίζω πως θα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα.

– Μου έδωσες ωραία πάσα! Τι γίνεται με το γηπεδικό ζήτημα;
   Χ.Β.: Το γηπεδικό ζήτημα είναι ένα θέμα που απασχολεί μεγάλο μέρος των ερασιτεχνικών σωματείων στην περιοχή μας. Για εμάς είναι μια πικρή ιστορία και ύστερα από 12 χρόνια προσπαθειών δεν έχει ακόμα ευτυχή κατάληξη. Και αμφιβάλω αν θα έχει σύντομα. Τα προβλήματα που πρέπει να λυθούν για το γήπεδο της Κελεφίνας -ή πιο σωστά το Σαϊνοπούλειο Δημοτικό Γήπεδο «Γ. Αθανασιάδης»- είναι πέραν και πάνω των αρμοδιοτήτων μας. Δυστυχώς δεν έχει βρεθεί, ακόμα, οριστική λύση…
   Γ.Β.: Σίγουρα το γηπεδικό είναι το μελανότερο σημείο της ομάδας μας. Και πιστεύω ότι κάτι αντίστοιχο ισχύει κι από την πλευρά του γειτονικού Πανκλαδιατικού. Οι αρμόδιοι πρέπει επιτέλους να κάτσουν πάνω από το τραπέζι και να βρουν μια λύση. Δυστυχώς για περισσότερο από μία δεκαετία περιφερόμαστε στα γήπεδα σαν τσιγγάνοι… Ελπίζουμε στο επόμενο διάστημα να έχουμε θετικές εξελίξεις και να μπορέσουμε να γυρίσουμε επιτέλους στην φυσική μας έδρα.

– Πόσο δύσκολη είναι η ενασχόληση με τα διοικητικά του ποδοσφαίρου;
   Χ.Β.: Το πρωταρχικό πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσουμε ήταν το οικονομικό. Κυρίως σήμερα, που βιώνουμε μια κάκιστη οικονομική συγκυρία. Με το χρόνο όμως και με σωστή διαχείριση καταφέραμε να ξεπεράσουμε αυτόν τον πρώτο σκόπελο. Ήρθαμε αντιμέτωποι, όμως, και με άλλους όπως η έλλειψη σεβασμού και οι απαρχαιωμένες αντιλήψεις…
   Γ.Β.: Ναι, ίσως το δυσκολότερο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι αυτό που ειπώθηκε μόλις τώρα. Αντικρίσαμε συμπεριφορές που μας στεναχώρησαν, που μας έφταναν στα όρια μας, που μας έβγαλαν έξω απ τα ρούχα μας. Και κάποιες φορές ίσως μας έκαναν να ξεπεράσουμε και τα όρια μας, κάνοντάς μας ίδιους με εκείνους που κατακρίναμε. Ωστόσο, όταν έρχεσαι αντιμέτωπος για πρώτη φορά με κάποιες τέτοιες καταστάσεις σίγουρα δεν μπορείς να τις διαχειριστείς με απόλυτη ορθότητα εξ αρχής. Στην πορεία εμείς βελτιωθήκαμε, αλλά η έλλειψη σεβασμού παραμένει…

– Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο σήμερα;
   Χ.Β.: Δεν είναι ένα το πρόβλημα. Είναι πολλά! Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην σύγχρονη κοινωνία˙ γιατί το ποδόσφαιρο είναι καθρέπτης της κοινωνίας. Έχει χαθεί ο ρομαντισμός και η διάθεση για μπάλα. Τα παιδιά δεν παίζουν μπάλα στις γειτονιές και κατ’ επέκταση δεν βρίσκεις και νεαρούς αθλητές να στελεχώσουν τις ομάδες. Δεν υπάρχουν νεαροί ποδοσφαιριστές όπως παλιότερα. Είναι οι ρυθμοί ζωής τέτοιοι, λ.χ. φροντιστήρια, μαθήματα κ.ο.κ., που δεν δίνουν χώρο και χρόνο στα παιδιά για παιχνίδι.
   Γ.Β.: Έχει επικρατήσει μια νοοτροπία πως παίζω μπάλα για να βγάζω χρήματα. Λάθος. Το ποδόσφαιρο είναι πρωτίστως παιχνίδι και το παιχνίδι είναι χαρά. Σε μεγάλο βαθμό έχει χαθεί η αγάπη για το ποδόσφαιρο κι έχει αντικατασταθεί με αγάπη για τη δόξα από το ποδόσφαιρο. Βλέπεις ομάδες με εφήμερους στόχους, που κάνουν μέχρι και «εισαγωγή» παικτών μεγάλης ηλικίας από άλλους νομούς, αντί να ψάξουν, να εμπιστευτούν και να αναδείξουν νέα παιδιά από τον τόπο μας. Να μου επιτρέψεις να πω πως για αυτό θαυμάζω και τη δουλειά που γίνεται στην «Άμιλλα» Αγίου Ιωάννου. Δουλεύει με νεαρούς παίκτες από 14 ως 26 χρονών και έχει αποτελέσει την φετινή ευχάριστη έκπληξη σε ένα πρωτάθλημα κατά βάση «μισθοφόρων», όπως εκείνο της Α’ Κατηγορίας, καθώς φιγουράρει στην 5η θέση της βαθμολογίας. Αυτή η ομάδα είναι ένα φωτεινό παράδειγμα υγιούς αθλητικής νοοτροπίας. Κι ένα πρότυπο για όσους ασπάζονται αυτή τη νοοτροπία…

– Πως κατά τη γνώμη σας οι παράγοντες θα έπρεπε να αξιοποιούν και να επενδύουν το κεφάλαιο που διαθέτουν στο ποδόσφαιρο;
   Χ.Β.: Οι παράγοντες θα έπρεπε κατά την γνώμη μας να επενδύσουν πάνω στο ποδόσφαιρο και όχι πάνω σε παίχτες. Και τι θέλουμε να πούμε με αυτό… Καλύτερα να διαθέσουν τα χρήματα τους, σε υποδομές όπως στην δημιουργία κάποιου γυμναστήριού ή στην πρόσληψη ενός καλά καταρτισμένου προπονητικού επιτελείου, παρά στην μεταγραφή παιχτών με χρηματικές αποδοχές. Γιατί καλώς η κακώς στο ερασιτεχνικό πρωτάθλημα οι παίχτες έρχονται και παρέρχονται, οι βαθμολογικές θέσεις ξεχνιούνται με τον καιρό και τι μένει στο τέλος; Μένει η νοοτροπία και οι παροχές που μπορείς να προσφέρεις ως ομάδα στους αθλητές σου.
   Γ.Β.: Να διευκρινίσουμε κάτι σε αυτό το σημείο. Σε καμία περίπτωση δε θέλουμε να φανεί ότι όσοι παίχτες πληρώνονται δεν αξίζουν τα χρήματα που παίρνουν. Απλά μιλάμε για ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο. Και για να μπορέσουμε να εξελίξουμε ουσιαστικά λίγο παραπάνω το λακωνικό ποδόσφαιρο θα πρέπει οι παράγοντες να μην θέτουν εφήμερους στόχους αλλά μακροχρόνιους. Δημιουργώντας, επομένως, υποδομές δίνεται η δυνατότητα στους παίχτες να αξιοποιήσουν το ταλέντο τους, να βελτιωθούν και γιατί όχι να προχωρήσουν και σε μεγαλύτερες κατηγορίες.

– Ποια είναι η κορυφαία στιγμή της ομάδας αγωνιστικά κι εξωαγωνιστικά αυτή την 4ετία;
   X.B.: Πραγματικά δύσκολη ερώτηση! Ίσως η απάντηση βρίσκεται στο παιχνίδι με τον Τρινασιακό στις 17 Νοεμβρίου 2013. Σε εκείνο το παιχνίδι η ομάδα μας κέρδισε τους φιλοξενούμενους με 1-0. Και δεν ήταν τόσο η πρώτη νίκη που πήρε ο «επανιδρυθέντας» Π.Α.Ο.Κ., αλλά ότι πετύχαμε το πρώτο μας γκολ σε αυτή τη νέα εποχή, μετά από δυο χρόνια απουσίας από τα λακωνικά γήπεδα. Ακόμα και τώρα θυμάμαι ξεκάθαρα την φάση και τις αντιδράσεις μας. Με το που κατέλεξε η μπάλα στα δίχτυα όλοι οι παίχτες μας μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο και έγιναν ένα κουβάρι. Κάναμε λες και πήραμε το Champions League. Πραγματικά, τέτοιον πανηγυρισμό δεν έχω ξαναδεί σε τοπικό!
   Γ.Β.: Καλά όλα τα εξωαγωνιστικά που έχουμε κάνει, αλλά για μένα χωρίς το καθαρά αγωνιστικό κομμάτι δεν θα υπήρχε ούτε το εξωαγωνιστικό. Για αυτό θεωρώ πως κορυφαία στιγμή είναι ότι η ομάδα κατάφερε μετά από δυο χρόνια απουσίας να επαναδραστηριοποιηθεί ενεργά στο αθλητικό γίγνεσθαι. Νομίζω ότι μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε σαν κοινωνία, ζούμε μια μικρή «κορυφαία» στιγμή κάθε φορά που η ομάδα καταφέρνει και πατάει στο χορτάρι τις Κυριακές! Γιατί αυτό δεν είναι πλέον αυτονόητο…

– Βρισκόμαστε δευτερόλεπτα πριν το σφύριγμα της λήξης! Πως θα θέλατε να κλείσουμε την κουβέντα μας;
   Γ.Β.: Θα θέλαμε να αφιερώσουμε τη συνέντευξη αυτή σε όλους εκείνους που τίμησαν την ομάδα φορώντας και ιδρώνοντας τη φανέλα της…
   Χ.Β.: …και σε όσους αγωνίστηκαν απ’ το διοικητικό μετερίζι όλα αυτά τα χρόνια και «μάτωσαν» για να υπάρχει σήμερα ενεργός στα αθλητικά δρώμενα ο Π.Α.Ο. Κοκκινόραχης.

————————————–
– Τα «ΠΡΟΣΩΠΑ δίπλα μας» ήταν χορηγός της ομάδας του Π.Α.Ο. Κοκκινόραχης για την αγωνιστική περίοδο 2016-2017.

Μαρία Ευθυμίου

gkl_8983Συνέντευξη στο
Νίκο Ι. Καρμοίρη
φωτογραφίες συνέντευξης:
Γιάννης Γκλέκας

Ήταν η πρώτη καθηγήτρια που παρακολούθησα ως φοιτητής στα πανεπιστημιακά έδρανα. Είναι εκείνη που «παίρνει από το χέρι» τις νέες φουρνιές φοιτητών, ξεναγώντας τες από τους χώρους του Πανεπιστημίου έως τα αξιοθέατα της Αθήνας και πάντοτε κερδίζει το ακροατήριό της με την παραστατικότητα, το πάθος και την ένταση της διδασκαλίας της.

Σήμερα, δέκα χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη μας «συνάντηση», βρεθήκαμε στο φιλόξενο χώρο της Πνευματικής Εστίας και του Μουσείου Νεότερης Σπάρτης, όπου συνομιλήσαμε στο περιθώριο του κύκλου μαθημάτων Παγκόσμιας Ιστορίας που πραγματοποιεί στη λακωνική πρωτεύουσα.

Ο λόγος για την Ιστορικό κα. Μαρία Ευθυμίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής του ΕΚΠΑ, η οποία τα τελευταία χρόνια γυρίζει ολόκληρη την Ελλάδα και παραδίδει μαθήματα Ιστορίας αφιλοκερδώς.

Η κα. Μαρία Ευθυμίου μας μιλά για την Ιστορία, για τα μαθήματα εντός κι εκτός Πανεπιστημίου, για το ταξίδι της διδασκαλίας και για τις δυο όψεις της Ελλάδας… Και είναι όπως την ξέρουμε˙ καυστική, απολαυστική, αληθινή…

Ανοίξτε την πόρτα του αμφιθεάτρου 438, το μάθημα έχει ήδη αρχίσει:

– Πότε και πως ξεκίνησε το ενδιαφέρον σας για την Ιστορία;
   Από παιδί, νομίζω, πως έχω αυτό το ενδιαφέρον. Με ενδιέφερε γενικά ο κόσμος, οι άνθρωποι, οι ανθρώπινες καταστάσεις˙ τις παρατηρούσα, και σταδιακά μου έγιναν εθισμός και ανθρώπινο ενδιαφέρον. Η Ιστορία, άλλωστε, αυτό κάνει. Μελετάει τις ζωές των ανθρώπων, τις αντιδράσεις τους και τι φέρνουν αυτές συνολικά. Αυτές μας οι στάσεις -οποιεσδήποτε κι αν είναι- φέρνουν ιστορικά αποτελέσματα, επηρεάζουν κι εμένα (όπως τον καθένα από εμάς) κι ακολουθούν ιδιοτελώς τον εαυτό μου και γι αυτό με ενδιαφέρουν να τις μελετήσω. Θεωρώ, λοιπόν, πως η Ιστορία μας βοηθάει. Βοηθάει τους εαυτούς μας, βοηθάει τις κοινωνίες μας, βοηθάει τον κόσμο…

– Πως γεννήθηκε η ιδέα για τα μαθήματα που παραδίδετε αφιλοκερδώς σε όλη την Ελλάδα, και ποιος είναι ο στόχος;
   Σκέφτηκα την οργάνωση αυτών των μαθημάτων πριν από αρκετά χρόνια. Φέτος συμπληρώνεται ο δέκατος χρόνος μαθημάτων που κάνω εκτός Πανεπιστημίου, αλλά κυοφορούνταν στο μυαλό μου εδώ και περίπου 20 χρόνια. Ο λόγος που ξεκίνησα αυτούς τους κύκλους μαθημάτων ήταν γιατί έβλεπα την κοινωνία μου να καταρρέει. Οι καιροί τότε έμοιαζαν χρυσοί, αλλά ήμουν βέβαιη ότι έρχεται πολύ μεγάλο κακό κι αναρωτιόμουν πως μπορώ να δράσω για αυτό. Και φυσικά κατέληξα πως η Ιστορία μπορεί ενδεχομένως να βοηθήσει. Έτσι πήρα την απόφαση να κάνω τα μαθήματα αυτά, γιατί για μένα είναι ένα είδος πολιτικής δράσης, με την έννοια του πολίτη. Έτσι δεν θα μπορούσε παρά τα μαθήματα αυτά να είναι και δωρεάν. Δηλαδή ως πολίτης θέλω κάπως να δράσω και σκέφτηκα να κάνω αυτό μήπως βοηθηθούμε όλοι μαζί. Μπορεί η Ιστορία να μην σώζει, αλλά σίγουρα βοηθάει.

– Βασικό και μοναδικό εργαλείο στα μαθήματά σας είναι ο χάρτης…
   Ακριβώς… Σε σχέση με τη διδασκαλία της Ιστορίας πιστεύω ακράδαντα ότι θα πρέπει απαραίτητα να συνδυάζεται με το χάρτη. Γιατί αλλιώς δεν μπορείς να εξηγήσεις τα ιστορικά φαινόμενα στο βαθμό που αυτά συνδέονται με τη φύση που μας περιβάλλει, τη γη στην οποία ζούμε, το είδος του περιβάλλοντος, του εδάφους και του κλίματος στο οποίο ζούμε. Όλα αυτά παίζουν τεράστιο ρόλο στην ιστορική εξέλιξη. Όλα τα γεγονότα, πολεμικά, διπλωματικά κ.λ.π. συνδυάζονται απόλυτα με τη γεωφυσική θέση. Άρα ο χάρτης είναι απαραίτητος. Εξάλλου βοηθάει στο ταξίδι, διότι κάθε μάθημα Ιστορίας είναι ένα ταξίδι…
   Προσωπικά δεν επιθυμώ να υπάρχουν εικόνες την ώρα που διδάσκω, γιατί δε θέλω τίποτα να αποσπά τα μάτια από τα μάτια και γιατί πιστεύω στον ανθρώπινο λόγο. Πιστεύω πως ο ανθρώπινος λόγος είναι πιο δυνατός από κάθε άλλη εικόνα. Η ανθρώπινη περιγραφή είναι πιο δυνατή. Το αντιλαμβανόμαστε όλοι όταν έχουμε διαβάσει μία διήγηση ή ένα μυθιστόρημα˙ όταν το δούμε στον κινηματογράφο είμαστε απογοητευμένοι, διότι είχαμε δημιουργήσει άλλες εικόνες από αυτές του σκηνοθέτη. Και επίσης θεωρώ πως ο άνθρωπος στην εποχή μας έχει πρόβλημα από τις πολλές εικόνες. Κάπως πρέπει να περιορίσουμε αυτό το οπτικό υλικό και να εξασκήσουμε το εσωτερικό μας «οπτικό» υλικό.

– Έχετε πει πως δεν χρησιμοποιείτε για να προσδιορίσετε τον εαυτό σας τον όρο «Ιστορικός». Για ποιο λόγο;
   Η λέξη «Ιστορικός» για μένα είναι ιερή. Είναι πολύ μεγάλη λέξη και προσωπικά την αποδίδω σε λίγους Ιστορικούς που έχω διαβάσει. Όπως και «ποιητής» είναι εύκολο να γίνει κανείς. Θέλω να πω ότι γράφονται άπειρα ποιητικά έργα που, κάποια από αυτά είναι εξαιρετικά, αλλά πάρα πολλά άλλα δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα! Το ίδιο συμβαίνει και με την Ιστορία. Θεωρείται ότι είναι εύκολο να γράψει κανείς κάτι ιστορικό. Άπειροι άνθρωποι γράφουν βιβλία «Ιστορίας», λίγοι, όμως, διαθέτουν μεγάλο βάθος, υπευθυνότητα και την προσωπικότητα που απαιτείται για κάτι τέτοιο. Διότι ο μεγάλος Ιστορικός πρέπει να είναι μεγάλος στοχαστής για να σου δώσει ένα αποτέλεσμα που θα είναι αποτέλεσμα διαρκείας, ανάλυσης και βάθους. Εξ αυτού προσωπικά δίνω τον τίτλο του Ιστορικού σε λίγους Ιστορικούς. Και φυσικά δεν νομίζω ότι ανήκω στους μεγάλους Ιστορικούς, άρα δεν είμαι Ιστορικός. Αντ’ αυτού θεωρώ πως είμαι μια Δασκάλα. Η δουλειά μου με έχει κάνει να διδάσκω, αγαπώ το να διδάσκω, πιστεύω στη δύναμη της διδασκαλία και θεωρώ τιμητικό τον τίτλο της Δασκάλας. Αυτόν τον τίτλο, ναι, τον χρησιμοποιώ.

– Στα μαθήματα που πραγματοποιείτε για ποιο λόγο η ανταπόκριση του κόσμου είναι τόσο μεγάλη;
   Αυτό είναι αλλόκοτο πράγμα. Πραγματικά είναι πάρα πολύ μεγάλη η συμμετοχή του κόσμου που μου δίνει το δικαίωμα να πιστέψω ότι ένα -όχι μικρό- κομμάτι της κοινωνίας μας είναι φιλομαθές και πειθαρχημένο. Διότι το να πηγαίνεις να ακούσεις μία προφορική διδασκαλία τριών ωρών δεν είναι απλό. Όμως χιλιάδες άνθρωποι το έχουν κάνει και μάλιστα με συνέπεια, με σεβασμό, τηρούν την σιωπή και ακούν με προσοχή, κρατούν σημειώσεις και κάνουν θαυμάσιες ερωτήσεις με ευγένεια και σεβασμό. Επομένως, η εικόνα της Ελλάδας που αντλώ εγώ από τα μαθήματα είναι θετική. Αυτής της Ελλάδας τουλάχιστον. Τώρα, το βέβαιο είναι ότι η Ιστορία μπορεί να μιλήσει στον οποιονδήποτε. Δεν χρειάζεται, δηλαδή, κάποιος καν να έχει πάει στο σχολείο. Όλοι ως άνθρωποι -έχουμε ή δεν έχουμε πάει στο σχολείο- σκεπτόμαστε. Είναι μες στη φύση του ανθρώπου να σκέφτεται, να παρατηρεί, να συνδυάζει, επομένως για τον οποιονδήποτε άνθρωπο η Ιστορία είναι ένα ανοικτό βιβλίο, το οποίο μπορεί να το διαβάσει. Πιστεύω ότι αυτό παίζει ρόλο, γιατί στα μαθήματα έρχονται και άνθρωποι υψηλής μόρφωσης και άνθρωποι αμόρφωτοι, οι οποίοι όλοι μαζί δείχνουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.

– Θεωρείτε πως η φήμη της Μαρίας Ευθυμίου των γεμάτων πανεπιστημιακών αμφιθεάτρων έχει παίξει ρόλο σε αυτή τη μεγάλη προσέλευση του κόσμου;
   Τι να σας πω; Δεν αποκλείεται! Η αλήθεια είναι ότι στο Πανεπιστήμιο στα μαθήματά μου (τουλάχιστον στο Τμήμα Ιστορίας, στο οποίο διδάσκω) τα αμφιθέατρα είναι πραγματικά γεμάτα. Πιστεύω ότι έπαιξε ένα ρόλο, διότι η σκέψη να βγω και να κάνω τα μαθήματα εκτός Πανεπιστημίου προέκυψε κι από το γεγονός πως στα αμφιθέατρα δεν ήταν μόνο φοιτητές του Τμήματός μας. Σταδιακά είχα αντιληφθεί πως έρχονται και άτομα από άλλες Σχολές ή και άτομα διαφόρων ηλικιών κι εκτός Πανεπιστημίου. Τότε σκέφτηκα πως, βρε παιδί μου, φαίνεται να υπάρχει ένα ενδιαφέρον για την Ιστορία. Γιατί να μην βγούμε κι εμείς από το αμφιθέατρο να πάμε στις γειτονιές μήπως οι άνθρωποι ωφεληθούν πιο πολύ ακούγοντας κάποια πράγματα;

– Η πιο ιδιαίτερη στιγμή σας σε αυτούς τους κύκλους των δωρεάν μαθημάτων;
   Όλες οι στιγμές είναι ξεχωριστές γιατί συγκινούμαι πάρα πολύ από το πλήθος του κόσμου και την ευγένειά του. Μερικές στιγμές, όμως, είναι πιο ιδιαίτερες. Υπάρχουν στιγμές που έχω συγκινηθεί όταν αντιλαμβανόμουν πως κάποιοι άνθρωποι που έρχονταν να παρακολουθήσουν ήταν βιοπαλαιστές. Ήταν άνθρωποι που δεν είχαν καταφέρει να πάνε σχολείο, ή πήγαν ελάχιστα, όπως π.χ. γυναίκες οι οποίες χρειάστηκε να εργαστούν για να μεγαλώσουν παιδιά και είχαν εγκαταλείψει από νωρίς το σχολείο. Αυτοί οι άνθρωποι όχι μόνο πήραν το κουράγιο να ‘ρθουν σε ένα τέτοιο μάθημα, αλλά και να το παρακολουθήσουν μέχρι τέλους. Μια συγκινητική πλευρά αυτών των μαθημάτων ήταν όταν στην Ελευσίνα κατάλαβα ότι ένα παλικάρι που ερχόταν στα μαθήματα εργαζόταν νυχτερινή βάρδια καθαρίζοντας κάποιο χώρο. Ερχόταν στα μαθήματα 6-9 το βράδυ και πήγαινε κατευθείαν στη δουλειά του, από την οποία θα σχόλναγε στις 6 το πρωί της άλλης μέρας! Για μένα ήταν τίτλος τιμής ότι ένας άνθρωπος έκανε αυτή την επιλογή.

– Όταν κάποια στιγμή ολοκληρωθούν αυτά τα μαθήματα τί θα είναι αυτό που θα έχετε αποκομίσει από τη συναναστροφή σας με τους Έλληνες ανά την επικράτεια;
   Φέτος, λέω πως θα είναι η τελευταία χρόνια των μαθημάτων μου. Η αλήθεια είναι πως θα μου μείνει μία πίκρα. Και έχω αυτή την πίκρα διότι σαν κοινωνία αξιοποιούμε το πιο ποταπό μας πρόσωπο στην καθημερινότητά μας, στην πολιτική μας ζωή, στην κοινωνική μας ζωή κ.ο.κ. την ώρα που υπάρχουν τέτοια διαμάντια ανάμεσά μας. Διότι στις περίπου 55.000 άτομα, που υπολογίζω ότι έχω διδάξει εκτός Πανεπιστημίου σε αυτές τις αίθουσες ολόκληρης της χώρας, έχω δει στο πρόσωπο αυτών των ανθρώπων μια Ελλάδα υποδειγματική. Μια Ελλάδα ήθους, εργατικότητας, σοβαρότητας, που πνίγεται μέσα στον οχετό του κακού που έχουμε επιτρέψει να κυριαρχεί.

– Ο Έλληνας έχει μάθει να διαχειρίζεται την Ιστορία του και να μαθαίνει από αυτή;
   Καθόλου! Καθόλου! Νομίζω ότι δεν έχουμε σταθεί με σοβαρότητα απέναντι στην Ιστορία μας. Τη βλέπουμε ως «αξεσουάρ»! Ξέρουμε λίγα πράγματα και… ούτε κι αυτά ξέρουμε! Όσα νομίζουμε ότι ξέρουμε τα έχουμε πλάσει εμείς στο μυαλό μας έτσι που να μας υπηρετούν. Δεν είναι τυχαίο ότι το μόνο που μονίμως λέμε για την Ιστορία μας είναι δυο-τρία πρόσωπα και μια-δυο καταστάσεις από την αρχαιότητα. Τον υπόλοιπο κόσμο τον αγνοούμε. Και εν τέλει ούτε την αρχαιότητα γνωρίζουμε, ούτε τη μεσαιωνική μας Ιστορία, ούτε τη σύγχρονή μας Ιστορία. Και στην πραγματικότητα δεν θέλουμε και να τη μάθουμε! Τουλάχιστον, έτσι δείχνουμε!
Στην εποχή μας υπάρχουν πάρα πολλά μέσα και έχουν γραφτεί σοβαρότατα πονήματα Ελληνικής Ιστορίας που θα μπορούσαμε όλοι να μελετήσουμε. Δεν κουνάω το δάχτυλο γιατί κι εγώ κάνω λάθη όπως όλοι μας, αλλά είναι απαραίτητο όλοι μας να το μελετήσουμε την Ιστορία. Είμαστε κακοί χρήστες της Ιστορίας και το πληρώνουμε πολύ άσχημα. Μας διακρίνει μια αλώβητη έπαρση που στηρίζεται στην αρχαιότητα. Σωστά τιμούμαι την αρχαιότητα γιατί είναι ένα πολύ σπουδαίο κομμάτι της ζωή μας, αλλά έχουν μεσολαβήσει πάνω από 2.000 χρόνια από τότε κι έχουν κυλίσει πολλά πράγματα. Βρισκόμαστε σε άλλη φάση ζωής -και εγχώρια και παγκοσμίως- και θα ήταν πολύ χρήσιμο να γνωρίζουμε τη διάρκεια της Ιστορίας μας. Πρέπει να γνωρίσουμε ολόκληρη την Ιστορία μας για να είμαστε πιο αποτελεσματικοί σήμερα.

-Ποιος θεωρείτε πως φέρει ευθύνη για αυτή την μη σωστή διαχείριση της Ιστορίας;
   Οπωσδήποτε είναι κεντρικές πολιτικές επιλογές, οι οποίες όμως στηρίχθηκαν σε μία τάση των ανθρώπων. Δηλαδή, δημιουργήσαμε το νέο ελληνικό κράτος τον 19ο αιώνα αποφασίζοντας να τιμήσουμε μόνο μία περίοδο˙ την αρχαία περίοδο. Και αυτό ήταν ένας πλούτος μας και μία ισχυρότατη βάση και σωστά το κάναμε, όμως έπρεπε ταυτοχρόνως να έχουμε χτίσει την αυτοπεποίθηση μας σε όλη την πορεία της Ιστορίας μας. Και το ενδιαφέρον είναι ότι πάνω σε αυτό το μοτίβο συνεχίζει να δρα και σήμερα η πολιτεία. Μπήκε, βέβαια, ολόκληρη η ροή της Ιστορίας μας στα σχολεία, αλλά από ό,τι καταλαβαίνω τα περισσότερα τμήματα δεν διδάσκονται στην πράξη ή δεν διδάσκονται καθόλου ελκυστικά. Οι μαθητές μισούν την Ιστορία, οι Έλληνες στην πραγματικότητα μισούν την Ιστορία και το μόνο που ξέρουμε όλοι μας είναι να επαναλαμβάνουμε τρεις φράσεις που δήθεν μας δίνουν εθνική υπερηφάνεια, χωρίς να τιμούμε το πραγματικό μας πρόσωπό, το οποίο έχει προκύψει μέσα από όλη τη διαδικασία της Ιστορίας μας.

-Θα αναφερθούμε στη συνέχεια στην εκπαίδευση, αλλά θα ήθελα ένα σχόλιό σας. Βλέπουμε πως συχνά μαθήματα Ιστορίας στη Β’/θμια Εκπαίδευση γίνονται από καθηγητές άσχετους με το αντικείμενο (π.χ. αγγλικής ή γερμανικής φιλολογίας κ.ο.κ.). Ο επιστημονικός κόσμος της Ιστορίας πως μπορεί να αντιδράσει σε αυτό; Έχει αντιδράσει έως σήμερα;
   Κοιτάξτε, αυτό δεν είναι τωρινό. Είναι μια πραγματικότητα 10ετιών. Κι από όσο καταλαβαίνω έγινε και επισήμως δεκτό πριν λίγους μήνες. Το ιδανικό είναι να δίδασκαν Ιστορικοί την Ιστορία. Βέβαια, υπάρχει μια πραγματικότητα στα σχολεία που απαιτεί να καλύπτουν τις ώρες τους οι καθηγητές και είναι δύσκολο αυτό να συμβεί. Γνωρίζω, όμως, χώρες, όπως για παράδειγμα οι βόρειες ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες όταν θέλεις να εργαστείς στην εκπαίδευση ειδικεύεσαι σε δύο αντικείμενα. Επιλέγεις δύο αντικείμενα προκειμένου να πληρώνεις τις ώρες σου. Στην Ελλάδα τίποτα δεν γίνεται συστηματικά. Όλα γίνονται με εμβαλωματικές λύσεις και έχει βρεθεί αυτός ο τρόπος, ο οποίος είναι αυτοκτονικός ως προς την κοινωνία διότι οι διδάσκοντες την Ιστορία δεν την γνωρίζουν, ούτε την αγαπούν. Και το αποτέλεσμα αυτού είναι να επιβαρύνεται η κακή θέση της Ιστορίας στα μυαλά των παιδιών. Καταστρέφουμε, δηλαδή, έτσι το μέλλον της Ελλάδας. Αυτό κάνουμε!

– Σας θεωρώ ένα βαθιά πολιτικό πρόσωπο με έντονη πολιτική δράση, με την έννοια του πολίτη. Ως πολίτης, σήμερα, εν μέσω αυτής της γενικευμένης κρίσης, ποιο θεωρείτε ότι είναι το βαθύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία;
   Νομίζω ότι το μεγαλύτερό μας πρόβλημα είναι πρόβλημα αυτογνωσίας. Δεν γνωρίζουμε τους εαυτούς μας. Δεν γνωρίζουμε με ψυχραιμία τα καλά μας και τα κακά μας, είμαστε παράφοροι σαν λαός, εξαιρετικά συναισθηματικά παρασυρόμενοι, εξαιρετικά ευμετάβλητοι και όλο αυτό το κακό μας κομμάτι το χρησιμοποιούμε αυτοκτονικά. Δηλαδή επιτείνουμε όλες τις προχειρότητές μας κι όλες τις φυγοπονίες μας, ενώ δεν θα μας λείπουν καθόλου και τα θετικά. Κάναμε, όμως, και κάνουμε μία πολύ ανήθικη επιλογή˙ πριμοδοτούμε στους εαυτούς μας όλα τα κακά μας και φυσικά μας φταίνε πάντα «κάποιοι άλλοι». Αλίμονο, δεν φταίμε εμείς ποτέ…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

– Αν είχατε ένα μαγικό ραβδί τι θα αλλάζατε;
   Αυτό είναι μια υπέροχη ιδέα (σ.σ. γέλια). Σε μια πρώτη φάση θα έβαφα τους τοίχους της Ελλάδας να είναι καθαροί! Για μένα είναι σημαντικό αυτό. Ανήκω σε μια γενιά που λάτρεψε μια Ελλάδα πεντακάθαρη, βαμμένη με ασβέστη, φτωχή αλλά αξιοπρεπή, που ήξερε να σέβεται τον εαυτό της. Και η αξιοπρέπειά της αυτή αντανακλούσε στους τοίχους της τους βαμμένους με ασβέστη, οι οποίοι άστραφταν. «Μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη», λέει ο ποιητής. Αν είχα ένα μαγικό ραβδί αυτό θα το έκανα αμέσως. Και ταυτόχρονα θα ακινητοποιούσα, να μένουν νεκρά στον αέρα σαν αγάλματα, τα χέρια όσων χρησιμοποιούν σπρέι και μουτζουρώνουν τους τοίχους. Δεν είναι μικρό αυτό που σας λέω, γιατί έχει σχέση με βαθιές πλευρές του χαρακτήρα μας. Βέβαια αν θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω το μαγικό ραβδί θα ήταν και για να επαναφέρω στους εαυτούς μας την ειλικρίνεια. Να παραδεχθούμε σε πιο βαθμό υπήρξαμε εμείς υπεύθυνοι για τις αθλιότητες που πράξαμε και υιοθετήσαμε, ούτως ώστε να τις αλλάξουμε.

– Ο Ιστορικός εκτός από την έρευνα του παρελθόντος είναι κι αυτός που οφείλει να αφήνει καταγραφές στις επόμενες γενιές. Τί έχει να καταγράψει ο σύγχρονος Ιστορικός;
   Οπωσδήποτε ζούμε μια μεταβατική και πολύ επικίνδυνη εποχή, για την οποία θα γραφούν -και ήδη γράφονται- πολλά βιβλία! Μιλώ για αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα με τη Μεταπολίτευση καταρχήν. Η Ελλάδα του ’74, μετά από δεκαετίες προβληματικότατες και βαρύτατες, έγινε επιτέλους μια κανονική δυτικού τύπου δημοκρατία. Αυτό το προνόμιο, το ότι δηλαδή ζήσαμε σε αυτή την ελευθερία λόγου και δράσεως, αντί να το εκμεταλλευτούμε για να εκτοξευθούμε σε ύψη, το χρησιμοποιήσαμε έτσι ώστε να καταλήξουμε σε οχετούς και βάραθρα. Από μόνο του αυτό είναι βαρύτατο και σπαρακτικό και έχει ήδη δημιουργήσει πληθώρα βιβλίων που πραγματεύονται με ποιον τρόπο οι Έλληνες διαχειριστήκαμε αυτήν την 40ετιετία που έχει κυλίσει από το 1974. Ήδη γράφονται βιβλία και για την κρίση που έχει ξεσπάσει, η οποία έχει τις ρίζες της δεκαετίες πριν. Ποτέ δεν ξεκινάει κάτι όταν ξεσπάει. Για αυτό και χρειάζεται ανάλυση για να δούμε γιατί αφήσαμε το πράγμα να φτάσει σε αυτή την καταστροφική πλευρά, που, κατά τη γνώμη μου, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Θεωρώ ότι είμαστε σε φάση που μπορεί να αποδειχθεί μακροπρόθεσμα τελική, δηλαδή να χαθεί η Ελλάδα.

– Η Ελλάδα αποτελεί «προπύργιο» κατά της Παγκοσμιοποίησης, το οποίο βάλλεται για αυτόν ακριβώς το λόγο;
   Δεν είναι κανένα προπύργιο η Ελλάδα! Δεν ήταν ποτέ! Ο Έλληνας δεν έχει καμία αντίσταση στην Παγκοσμιοποίηση. Μπορεί να φωνάζουμε και να κάνουμε διαδηλώσεις, αλλά αυτό δεν είναι αντίσταση στην Παγκοσμιοποίηση. Αντίσταση στην Παγκοσμιοποίηση θα ήτανε να κρατήσουμε και να προστατεύσουμε την ελληνική γλώσσα, να έχουν στα καταστήματά μας ελληνικές επιγραφές, να μιλούνε οι εκφωνητές στην τηλεόραση ελληνικά, να μαθαίνουμε ελληνικά, να μαθαίνουμε αρχαία ελληνικά, να τηρούμε τα έθιμά μας κ.ο.κ. Οι Γερμανοί, ας πούμε, ή οι Σκανδιναβοί τηρούν πολύ περισσότερο τα έθιμά τους σε σχέση με εμάς. Εμείς δεν ανήκουμε καθόλου στο τελευταίο «προπύργιο». Η Ιαπωνία, που είναι μια χώρα διαστημική, έχει έθιμα τα οποία κρατά με πίστη και αφοσίωση. Εμείς έχουμε πετάξει τα πάντα. Ούτε τα ρούχα μας, ούτε τα τραγούδια μας δεν έχουμε κρατήσει. Βλέπει κανείς τούρκικα σήριαλ και σε όλα η μουσική τους υπόκρουση είναι τούρκικη μουσική. Στα ελληνικά σήριαλ η υπόκρουση είναι ξένη. Δεν είμαστε «προπύργιο». Είναι δοσμένα τα πάντα…

– Σας έχουμε δει πολλές φορές να αντιδράτε στα κακώς κείμενα της πανεπιστημιακής κοινότητας, είτε με δημόσιες τοποθετήσεις, είτε με διάφορες δράσεις που έχουν συζητηθεί! Ποιο θεωρείτε πως είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που ταλανίζει σήμερα τον πανεπιστημιακό χώρο και ποια είναι η λύση του;
   Όπως και σε όλη την Ελλάδα, δεν τηρείται κανένας κανόνας! Δεν μπορεί, δηλαδή, να υπάρχει κοινωνία της οποίας να μην τηρείται κανόνας, να μην υπάρχουν θεσμοί, να μην υπάρχουν αρχές. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ελληνικά πανεπιστήμια. Μετά το 1974 η έννοια της Δημοκρατίας στα ελληνικά πανεπιστήμια, όπως και σε όλη την Ελλάδα, συνταυτίστηκε με την αναρχία, με την ασυδοσία, με τη βαρβαρότητα, με τον βανδαλισμό και όποιος υπερασπιζόταν τους στοιχειώδεις κανόνες λειτουργίας, ευπρέπειας και σοβαρότητας οποιουδήποτε χώρου του έβαζαν την ταμπέλα του «φασίστα», του αντιδραστικού. Ποιοι; Αυτοί που έβαζαν την ταμπέλα του φασίστα ήταν οι ίδιοι φασίστες και ‘βάζαν την ταμπέλα αυτή στους δημοκράτες. Έχουμε αντιστρέψει τελείως τις έννοιες σε αυτή τη χώρα…

-Υπάρχει λύση στο πρόβλημα;
   Κατά τη γνώμη μου υπάρχει. Οι κοινωνίες κι οι άνθρωποι αλλάζουν. Μπορούμε να αλλάξουμε, όμως είμαι πάρα πολύ απαισιόδοξη για την Ελλάδα. Αν εμείς οι ίδιοι, δηλαδή, θα δεχθούμε να αλλάξουμε…

– Εάν θα επιχειρούσαμε να εστιάσουμε στα προβλήματα γενικά στην εκπαίδευση ποια πιστεύετε πως είναι;
   Πλέον είναι η έλλειψη απαιτητικότητας, η έλλειψη εργατικότητας, η έλλειψη ψυχής. Ονομάστηκε «δημοκρατία» το να παίρνουν τα παιδιά στο Δημοτικό όλα «Α» και στο Γυμνάσιο και το Λύκειο όλα «19» και «20». Δηλαδή εξευτελίστηκε τελείως η έννοια του σχολείου, όπως και το τι σημαίνει εργατικότητα, αποδοτικότητα και ότι «κάνω το καθήκον μου».

– Σήμερα, με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας -και είναι πολλά- γιατί ο σύγχρονος πολίτης δεν αντιδρά;
   Δεν ήμασταν γενναίοι άνθρωποι. Η γενναιότητα εμπεριέχει αξιοπρέπεια, εμπεριέχει συναίσθημα κοινής ευθύνης. Εμείς δράσαμε -ας μιλήσω για τα τελευταία 40 χρόνια- ως θρασύδειλοι πολίτες κι όχι σαν γενναίοι πολίτες. Εκβιάζαμε, δηλαδή, για να μας δώσουν προνόμια˙ αυτό θέλαμε! Με δήθεν φράσεις αριστεροφανείς βγαίναμε στους δρόμους, κλείναμε δρόμους και καταστρέφαμε, ενώ στην πραγματικότητα επιδιώκαμε όλο και περισσότερα προνόμια, όλο και περισσότερους διορισμούς, όλο και περισσότερες αυξήσεις. Αυτό δεν είναι γενναιότητα, αυτό είναι θράσος. Και όταν ήρθε η ώρα των πραγματικών δυσκολιών λουφάξαμε στη γωνιά μας ακριβώς γιατί είμαστε θρασύδειλοι.

– Πριν κλείσουμε την κουβέντα μας, θέλω να μας πείτε τη γνώμη σας για τη Σπάρτη που συναντήσατε και βιώσατε όσες μέρες έχετε έρθει εδώ. Πως πιστεύετε ότι η σύγχρονη πόλη θα μπορούσε να «εκμεταλλευτεί» την ιστορία της.
   Αρχικά είμαι εντυπωσιασμένη από την ποιότητα του ακροατηρίου. Πραγματικά εντυπωσιασμένη! Οφείλω να πω ότι για μία πόλη 15.000 κατοίκων, όπως η Σπάρτη, η προσέλευση είναι πολύ μεγάλη και θερμή και αυτό με συγκινεί.
   Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, τί έχει να δείξει η Σπάρτη; Αφ’ ενός τις αρχαιότητες και αφ’ ετέρου τα νεοκλασικά της, μιας και είναι νεότευκτη πόλη. Όμως δεν έχει αναδείξει ούτε την πλευρά των αρχαιοτήτων της, ούτε την πλευρά της νεοκλασικής πόλης. Ωστόσο, σχετικά με τις αρχαιότητες βλέπω πως πρόσφατα αναδείχθηκε ένα σημαντικό κομμάτι και συνεχίζει να αναδεικνύεται από πολύ μερακλήδες και εργατικούς ανθρώπους. Είχα την χαρά να ξεναγηθώ από αρχαιολόγους που συνδέονται με αυτές τις δράσεις και εκτίμησα πολύ την αφοσίωσή τους. Χρειάζονται, όμως, να γίνουν πολλά ακόμα στην πόλη και θα πρέπει να βάλει πλάτη και ο μέσος πολίτης. Δηλαδή, ολόκληρα οικόπεδα θα πρέπει να απαλλοτριωθούν και να σκαφθούν για να αναδειχθούν οι συνέχειες των αρχαιοτήτων που έχουν έρθει στο φως.
   Οπωσδήποτε στην πόλη σας υπάρχει τεράστιο αρχαιολογικό υλικό, όμως υπάρχει και η νεότερη Σπάρτη. Είναι θλιβερό πως κάναμε καταστροφές -και λέω «κάναμε» γιατί έγιναν σε όλη την Ελλάδα- σε πόλεις φιλικές όπως είναι η Σπάρτη, στην οποία δεν υπήρχε κανένας λόγος να δημιουργηθούν πολυκατοικίες μέσα στον κορμό της νεοκλασικής πόλης του 19ου αιώνα. Αν η Σπάρτη χρειαζόταν επέκταση μπορούσε να γίνει εκτός του κεντρικού της κορμού. Καταστράφηκαν διαμάντια του 19ου αιώνα και η Σπάρτη, όπως και πολλές άλλες πόλεις της Ελλάδας, αυτοκαταστράφηκε από αυτήν την ανοησία και την έλλειψη ματιάς στο μέλλον που είχαμε. Πάντως παραμένει μια πόλη όμορφη (αν και θεωρώ πως υπάρχουν ακόμα πράγματα που μπορούν να βελτιωθούν) σε ένα απαράμιλλο περιβάλλον! Κάθε φορά που έρχομαι, την ώρα που το λεωφορείο κατευθύνεται προς την πόλη και αρχίζει να διακρίνεται το οροπέδιο της Σπάρτης και γύρω της ο Ταΰγετος μου κόβεται η ανάσα. Είναι παγκοσμίως, πιστεύω, μια υπέροχη θέση.

-Απευθυνόμενη στους νέους που δεν είχαν ή δεν θα έχουν την τύχη να σας παρακολουθήσουν στο αμφιθέατρο τη συμβουλή έχετε να τους δώσετε;
   Για μένα όλα τα νέα παιδιά είναι παιδιά μου. Είναι εκείνα που θα πάρουν τη σκυτάλη. Νομίζω ότι πρέπει να σεβαστούμε την κοινωνία μας. Αυτό θα πρέπει να μάθουμε˙ να σεβόμαστε. Να μην κάνουμε τους ψευτοπαλικαράδες και τους «τσάμπα μάγκες», γιατί αυτό υπήρξαμε! Δεν είναι Δημοκρατία και σεβασμός στην κοινωνία να κάνουμε απεργία κάθε δεύτερη μέρα, κατάληψη και κάθε τρίτη, και να καίμε τη χώρα κάθε τέταρτη. Σεβασμός στη χώρα σημαίνει να δουλεύω με πάθος για αυτή, να σέβομαι τον πολίτη και να σέβομαι τον εαυτό μου. Να σκέφτομαι αυτό που κάνω τι καλό ή τι κακό θα φέρει στην κοινωνία μου και αντίστοιχα να το κάνω ή να μην το κάνω. 40 χρόνια επιλέξαμε το χειρότερο τρόπο καταστροφής. Κάποια στιγμή πρέπει να τον αναστείλουμε. Δυστυχώς τα νέα παιδιά έχουν εθιστεί σε αυτό το δρόμο. Μάλιστα, θεωρούν ότι είναι ο μοναδικός δρόμος. Ναι, είναι ο δρόμος της καταστροφής. Αν οι νέοι δεν αναχαιτίσουν αυτή τη λαίλαπα που βιώνουμε θα καταστραφεί η Ελλάδα ολότελα.
   Η δικιά μου γενιά -η γενιά που έφερε το κακό στην Ελλάδα- είναι η γενιά που γεννήθηκε εκεί πάνω στον εμφύλιο πόλεμο και λίγο αργότερα. Εμείς διαχειριστήκαμε την Ελλάδα μέχρι σήμερα και όπως αποδείχθηκε δεν τα καταφέραμε τελικά να στήσουμε το οικοδόμημα που θα έπρεπε. Όμως ως γενιά, η δικιά μας γενιά, σε μεγάλες της περιόδους είχε μάθει τι θα πει εργατικότητα, τι θα πει εντιμότητα, τι θα πει όριο. Αντιθέτως η νέα γενιά δεν έχει μάθει καθόλου αυτό το πράγμα. Ζει άκοπα, έχει μάθει να της τα δίνουν όλα χωρίς να προσπαθεί, κ.λ.π. Αυτό είναι πολύ βαριά προδιαγραφή και επομένως η γενιά που τώρα θα πάρει τα ηνία, αν δεν δει τον εαυτό της με μεγάλη σοβαρότητα δεν θα έχει καν τον τρόπο να επανέλθει. Θέλω να πω πως η δικιά μου γενιά αν κάνει μια αυτοκριτική, μπορεί ενδεχομένως να βρει έναν τρόπο να επανακάμψει σε μια κατάσταση που κάποτε είχε ζήσει ή τουλάχιστον είχε μετάσχει σε ένα επίπεδο εν αντιθέσει με τα νέα παιδιά δεν έχουν καν μια ανάμνηση μιας Ελλάδας -ή ευρύτερα μιας κοινωνίας- απαιτητικής.

*δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Γεφύρι» του Πολιτιστικού Συλλόγου Καραβά | φύλλο 28ο | Ιανουάριος 2017

Χρυσαυγή Σαϊνοπούλου

12986951_1722042401414042_1916008568985546421_nΣυνέντευξη στο Νίκο Ι. Καρμοίρη

Δεν είναι δυνατό να είσαι Λάκωνας και να μην τη γνωρίζεις. Οι συστάσεις, επομένως, είναι περιττές, καθώς μαζί με τον σύζυγό της αποτέλεσαν ένα ζεύγος που άφησε – κι εξακολουθεί να αφήνει – σπουδαία παρακαταθήκη στον τόπο.

Ο λόγος για την κα. Χρυσαυγή Σαϊνοπούλου, σύζυγο του αείμνηστου Γεωργίου Σαϊνόπουλου και Πρόεδρο του Σαϊνοπουλείου Ιδρύματος, η οποία υποδέχθηκε στην τραπεζαρία του αρχοντικού της τα «Πρόσωπα δίπλα μας», παραχωρώντας μία συνέντευξη με ιστορικό άρωμα!

Η κα. Χρυσαυγή Σαϊνοπούλου μίλησε για το Ίδρυμα και τις δράσεις του, το Αμφιθέατρο και τον αείμνηστο σύζυγό της. «Παρών» στην κουβέντα μας ήταν ο Γ. Σαϊνόπουλος μέσα από τις φωτογραφίες και τα προσωπικά του αντικείμενα, αλλά κυρίως μέσα από τις αφηγήσεις και την αγάπη της συζύγου του.

Ας κλείσουμε τα μάτια, λοιπόν, κι ας ταξιδέψουμε στο παρελθόν της σύγχρο-νης Σπάρτης, μια Σπάρτη που δεν θα ήταν η ίδια δίχως το «Σαϊνοπούλειό» της…

-Πως γεννήθηκε το όραμα του Αμφιθεάτρου;
Όταν ο Γιώργος (σ.σ. Σαϊνόπουλος) δεν επανεξελέγη Δήμαρχος δεν μπορούσε να εφησυχάσει. Ένα ωραίο πρωινό μου είπε: «Χρυσαυγή σκέπτομαι τι μπορώ να κάνω ώστε να βοηθήσω τον τόπο μου, να κάνω κάτι ωφέλιμο για τη Σπάρτη μας». Δε μου έλεγε όμως αρχικά τι ακριβώς σκεπτόταν να κάνει. Με πήγαινε όμως κάθε βράδυ στο χώρο που σήμερα είναι το Άλσος και που τότε βέβαια ήταν τόπος άγονος. Κρανίου τόπος!

– Όταν σας εκμυστηρεύθηκε τις σκέψεις του πως αντιδράσατε;
Ύστερα από καιρό μου είπε: «Σκέφτομαι να κάνω ένα θέατρο». Μετά χαράς, Γιώργο μου, απάντησα. Εγώ είμαι στο πλευρό σου, αλλά θα τα καταφέρουμε να τελειώσουμε ένα τέτοιο μεγάλο έργο; Εκείνος με καθησύχασε πως όλα θα πάνε καλά. Κι έτσι το αποφασίσαμε και ξεκινήσαμε. Αρχίσαμε να καθαρίζουμε τον τόπο και να καθαρίζουμε, και να καθαρίζουμε… Που να βρεθεί άκρη! Αφού τελειώσαμε με τον καθαρισμό και ήταν όλα εντάξει έπρεπε να βρούμε χώμα για να αρχίσουμε την επιχωμάτωση. Ξεκινήσαμε, λοιπόν, να κουβαλάμε χώματα που έβγαζαν από τα θεμέλια για να φτιάξουν τις πολυκατοικίες. Όταν ήρθα εδώ, το 1968, η Σπάρτη ήταν ένα μεγάλο χωριό. Τότε ξεκίνησαν να χτίζονται οι πολυκατοικίες. Έτσι, όλα τα χώματα των θεμελίων της πόλης πήγαιναν στο Σαϊνοπουλειο. Σιγά σιγά αρχίσαμε να φυτεύουμε και τα δέντρα. Φύτευα κι εγώ η ίδια μαζί με το Γιώργο και τους εργάτες και σήμερα δεν το πιστεύω πως από μικρά δεντράκια έχουν γίνει πανύψηλα δέντρα. Αυτή ήταν η αρχή του θεάτρου! Αφού καθαρίσαμε και φυτέψαμε το χώρο, συζητούσαμε σε ποια τοποθεσία ακριβώς θα γίνει το θέατρο. Αναζητούσαμε το καταλληλότερο μέρος. Ψάχναμε την καλύτερη θέση. Υπήρχε ένα μεγάλο βαθούλωμα με φόντο τον υπέροχο Ταΰγετο και το Μυστρά. Σκεφτήκαμε πως εκεί έπρεπε να γίνει το θέατρο! Έτσι, μπήκαν οι μπουλντόζες ώσπου σιγά σιγά, μετά κόπων και βασάνων, το θέατρο ολοκληρώθηκε.
   Πούλησε αρκετή περιουσία για να φτιάξει το θέατρο. Εγώ, του είπα, πως δεν θέλω τίποτε να κρατήσει, ούτε ρίζα πορτοκαλιάς! Αν χρειαστεί για να γινόταν το θέατρο ας τα πουλούσε όλα. Γέλασε και συγκινήθηκε! Βοήθησε Θεέ μου, έλεγα, να φτιάξουμε το θέατρο και να δει έστω μία παράσταση. Μας βοήθησε ο Θεός! Και δεν είδε μόνο μία˙ είδε πολλές. Πάρα πολλές… Κι υποδεχθήκαμε καλλιτέχνες και κοινό.

-Θέλω να μου περιγράψετε τα συναισθήματα και τις σκέψεις σας όταν άνοιξε για πρώτη φορά τις πύλες του Αμφιθέατρο.
Αχ! Μου κάνετε πολύ δύσκολη ερώτηση γιατί οι σκέψεις αυτές μου δημιουργούν μεγάλη συγκίνηση. Δεν το περίμενα ποτέ ότι θα παίρναμε αυτή τη χαρά. Φτάσαμε στο χώρο, από την πίσω μεριά κι επήγαμε μαζί και οι δύο σιγά σιγά προς το θέατρο. Έφτασε η ώρα να ανοίξουμε το θέατρο και η χαρά και η συγκίνησή μας ήταν τεράστια, νοιώθαμε δέος όπως μπαίνουμε σε ιερό χώρο. Με την ευλογία του Θεού πήγαν όλα καλά…

– Ποια πιστεύετε πως είναι η εντύπωση του κόσμου σχετικά με το Ίδρυμα και τις δράσεις του από το ξεκίνημά του έως σήμερα;
Οι εντυπώσεις του κόσμου ήταν και είναι πάντα άριστες. Η Σπάρτη έχει αγκαλιάσει με αγάπη και στοργή το Αμφιθέατρο και το «Πολιτιστικό Καλοκαίρι». Η πόλη μάς έχει φερθεί άψογα και ευχαριστώ για αυτό τους αγαπητούς μας Σπαρτιάτες. Μας έχουν τιμήσει πάρα πολύ όλα αυτά τα χρόνια και τους εκτιμώ κι εγώ διπλά.

Οι παλαιότεροι τον είχαν ζήσει. Αν σας ρωτούσε, όμως, ένας νεώτερος ποιος είναι ήταν ο Γιώργος Σαϊνόπουλος τί θα του απαντούσατε;
Ο Γιώργος Σαϊνόπουλος ήταν ένας σεμνός κι εκλεκτός άνθρωπος που αγαπούσε τους πάντες και προπαντός τη νεολαία. Γι αυτήν οραματίστηκε και το Αμφιθέατρο, για να λειτουργήσει ως λίκνο πολιτισμού και παιδείας για τους νέους.

– Ως Δήμαρχος πως ήταν;
Ο Γιώργος πάλευε νύχτα μέρα για την Σπάρτη. Αγαπούσε πολύ την πόλη και τους ανθρώπους της. Πολλές νύκτες πήγαινα στο Δημαρχείο και καθόμουν στον καναπέ να του κάνω παρέα, γιατί ακόμα και νύχτα δούλευε μέχρι αργά στο γραφείο του. Έκανε πολλά έργα. Ήθελε, όμως, ακόμη να ασχοληθεί και να αναδείξει το Κενοτάφιο του Λεωνίδα και είχε σκεφτεί να αξιοποιήσει και τον Ευρώτα κάνοντάς τα βιτρίνα της πόλης, αλλά δεν επανεξελέγη. Όταν βλέπουν έναν άνθρωπο να προοδεύει και να κάνει έργα για το καλό του τόπου πολλές φορές αντιδρούν. Εκείνος δεν απογοητεύτηκε όμως. Ό,τι και να γινόταν ήταν τέτοιος τύπος που πάντα χαμογελούσε. «Θα κάνω κάτι καλύτερο τώρα», μου έλεγε. «Πάει τρελαθήκαμε! Τι έχει στο μυαλό του τώρα;», σκεφτόμουν εγώ! Τελικά ήταν καλύτερα που δεν ξαναβγήκε Δήμαρχος γιατί ασχολήθηκε πιο ενεργά με το Ίδρυμα και δημιούργησε το Αμφιθέατρο και τόσα άλλα…

– Εσείς που σταθήκατε στο πλευρό του τον επηρεάζατε στις αποφάσεις του, τον συμβουλεύατε;
Τις αποφάσεις, κυρίως, τις λάμβανε ο Γιώργος. Εγώ τον ακολουθούσα με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου και στεκόμουν πάντοτε στο πλευρό του. Πάντα ρωτούσε τη γνώμη μου και εγώ του την έλεγα. Όμως τις περισσότερες φορές συμφωνούσαμε γιατί αγαπούσαμε και οι δύο τον τόπο και τον πολιτισμό.

– Τον επόμενο χρόνο το «Πολιτιστικό Καλοκαίρι» συμπληρώνει 30 χρόνια ζωής. Τί να περιμένει το κοινό για αυτή την επέτειο;
Τα ανεπίσημα εγκαίνια του θεσμού πραγματοποιήθηκαν το 1988. Έτσι, το συμβούλιο αποφάσισε του χρόνου να κάνουμε ένα επετειακό πρόγραμμα για να γιορτάσουμε τα 30 χρόνια του ζωής του Σαϊνοπούλειου Αμφιθεάτρου και του «Πολιτιστικού Καλοκαιριού». Ωστόσο, δεν ξέρω ακόμα τι πρόκειται να ετοιμάσουμε. Θα το αποφασίσει προσεχώς το συμβούλιο του Ιδρύματος.

– Ποια είναι τα άμεσα σχέδια του Σαϊνοπουλείου Ιδρύματος;
Πριν ασχοληθούμε ακόμα με το θέατρο, από παλιά, όταν πηγαίναμε με το Γιώργο σε διάφορα μαγαζιά μας άρεσαν τα παλιά αντικείμενα. Έχουμε συλλέξει πάρα πολλά πράγματα κι έτσι αποφάσισα πριν «φύγω» κι εγώ να φτιάξουμε ένα μουσείο, το οποίο θα στεγαστεί στο Πολιτιστικό Κέντρο. Έχουμε φέρει και μουσειολόγο για αυτή τη δουλειά. Είπαμε, λοιπόν, να φροντίσουμε να ολοκληρώσουμε σύντομα το μουσείο. Σημειωτέον, ως μουσείο, θα μείνει στη Σπάρτη και αυτό εδώ το σπίτι˙ «το Αρχοντικό των Σαϊνοπουλαίων», είναι ένα ιστορικό για τη νεότερη Σπάρτη κτίριο.
   Στην πορεία σκεφτήκαμε να φτιάξουμε στο Πολιτιστικό Κέντρο και μία αίθουσα υποδοχής – εκεί έχω βάλει και μία ωραία φωτογραφία του Γιώργου – με στιγμιότυπα από διάφορες παραστάσεις του Σαϊνοπουλείου. Έτσι, όταν ο κόσμος θα μπαίνει μέσα θα μπορεί να δει και τις παραστάσεις που έχουν περάσει από το Αμφιθέατρο. Σημειώνω ότι οι παραστάσεις του Σαϊνοπουλείου ήταν παραστάσεις των μεγάλων Φεστιβάλ της Ελλάδας (Επίδαυρος- Ηρώδειο). Έτσι θα δίνεται η δυνατότητα στους επισκέπτες να βλέπουν την ιστορία του πολιτισμού στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

– Η κρίση σήμερα πως έχει επηρεάσει το Ίδρυμα και πως το ίδρυμα το κοινό της κρίσης;
Τα πράγματα έχουν γίνει πολύ δύσκολα όχι μόνο για το Ίδρυμα, αλλά και για όλο τον κόσμο. Αλλά προσπαθώ μαζί με το συμβούλιό μου να τα φέρουμε εις πέρας. Προχωρούμε αργά, απλά και σεμνά για να συνεχίσουμε να προσφέρουμε στην τοπική κοινωνία αυτό που προσφέρουμε τα τελευταία χρόνια. Με την ίδια ποιότητα και προπάντων με σεβασμό προς τους συμπολίτες μας.

– Από τη σκηνή του θεάτρου έχουν περάσει εκατοντάδες καλλιτέχνες. Πείτε μου κάποιον που ξεχωρίσατε και για ποιο λόγο;
Έχουν περάσει εκλεκτοί καλλιτέχνες. Δεν είναι εύκολο και δεν μπορώ να ξεχωρίσω. Οπωσδήποτε, όμως, οι τραγωδίες με την Άννα Συνοδινού ήταν κάτι ξεχωριστό. Η Συνοδινού καθήλωνε τον κόσμο, ο οποίος την πρόσεχε με πολλή μεγάλη προσοχή. Φέτος, τιμής ένεκεν αφιερώσαμε το πρόγραμμα το Σαϊνοπουλείου στη μνήμη της Άννας Συνοδινού…

– Ποια είναι η άποψη των καλλιτεχνών που έχουν περάσει από εδώ για το θέατρο;
Όλοι μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια. Και μας επαινούσαν που «δώσαμε» ένα θέατρο σε καλλιτέχνες και κοινό. Όταν έφευγαν ήταν όλοι κατενθουσιασμένοι. Αν διαβάσετε το βιβλίο-λεύκωμα όπου καλλιτέχνες έχουν γράψει τη γνώμη τους θα το διαπιστώσετε. Εκεί μπορείτε να βρείτε πολύ όμορφα λόγια όσων μας τίμησαν με την παρουσία τους κι ανέβηκαν στη σκηνή του Σαϊνοπούλειου Αμφιθεάτρου.

– Απευθυνόμενη στου σημερινούς νέους τι θα είχατε να τους πείτε;
Αγαπώ πολύ τα νέα παιδιά. Είναι η ελπίδα του τόπου μας. Όλα όσα κάναμε τα κάναμε για την νεολαία, για να παρέχουμε πολιτισμό και να μορφωθούν τα παιδιά μας. Υπάρχουν καλά παιδιά, σωστών οικογενειών. Υπάρχουν, όμως, κι ορισμένα που δεν φέρονται καλά. Το γιατί δεν το γνωρίζω. Δυστυχώς σήμερα υπάρχει έλλειψη σεβασμού…

– Έχετε ζήσει τη Σπάρτη σε διάφορες εκφάνσεις της. Τι θα κρατούσατε από το παρελθόν της και τι θα αλλάζατε στο παρόν της;
Την βρήκα σχεδόν χωριό τη Σπάρτη. Δεν είχαν γίνει αυτές οι πολυκατοικίες. Σήμερα είναι πιο εξελιγμένη σαν πόλη. Αλλά μην μου πείτε ότι δεν καλύτερα τα παλιά χρόνια από τα σημερινά! Τότε υπήρχε σεβασμός, υπήρχαν πιο έντιμοι άνθρωποι. Τώρα μεγάλη μερίδα κόσμου δεν σέβεται ούτε τους μεγαλύτερους ούτε τίποτε! Το σεβασμό θα κρατούσα από το παρελθόν. Τον σεβασμό και την εντιμότητα…

– Τελευταίο μεγάλο έργο του Ιδρύματος είναι το Σαϊνοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο στον πεζόδρομο Κλεομβρότου. Πως γεννήθηκε η ιδέα;
Ο Γιώργος δεν ηρεμούσε και δεν εφησύχαζε ποτέ! Κάποια στιγμή σκέφτηκε να δημιουργήσει ένα Πολιτιστικό Κέντρο. Εγώ αρχικά διαφώνησα γιατί είχαμε μεγαλώσει πια και πίστευα πως δεν θα προφτάσουμε. «Πρώτα θα το τελειώσω κι ύστερα θα πεθάνω!», μου είπε. Υπήρχε το οικόπεδο (σ.σ. επί πεζόδρομου Κλεομβρότου) κι αφού το αποφασίσαμε το βάλαμε μπροστά. Όταν βγάλαμε τα θεμέλια βρέθηκαν αρχαιότητες και καθυστερήσαμε αρκετά. Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος, αλλά με την επιμονή μας και τη βοήθεια του Θεού το ολοκληρώσαμε κι αυτό. Εύχομαι να έχετε εσείς οι νέοι υγεία και πρόοδο για να τα χαίρεστε και να τα φροντίζετε…


σ.σ.: Με την κα. Χρυσαυγή συζητήσαμε αρκετά ακόμα σε έντονο συγκινησιακό κλίμα, τα οποία δεν είναι προς δημοσίευση. «Στα λέω σα να είσαι εγγονός μου», είπε. Την ευχαριστώ πολύ που με τίμησε παραχωρώντας μου αυτή τη συνέντευξη. Επιθυμία της ήταν να μην βγάλουμε φωτογραφίες κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας. Έτσι στη συνέντευξη χρησιμοποιήθηκαν φωτογραφίες από το αρχείο του Σαϊνοπουλείου και των Lakonistas. Την μία και μοναδική φωτογραφία την κρατώ για το αρχείο μου όπως υποσχέθηκα…

Μαρία Καλκάνη

GKL_8188Συνέντευξη στο
Νίκο Ι. Καρμοίρη
φωτογραφίες συνέντευξης:
Γιάννης Γκλέκας

Την γνώρισα τον Ιούνιο του 2011, όταν για πρώτη φορά πέρασα την πόρτα του Τμήματος Αιμοδοσίας του Νοσοκομείου Σπάρτης για να δώσω εθελοντικά αίμα.

Ο λόγος για την ιατρό κα. Μαρία Καλκάνη, Διευθύντρια του Τμήματος Αιμοδοσίας του Γ.Ν. Λακωνίας, η οποία μας υποδέχθηκε ανήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας Εθελοντή Αιμοδότη, παραχωρώντας μας μία ιδιαίτερη συνέντευξη εν ώρα αιμοληψίας!

Αυτή τη φορά, τα «ΠΡΟΣΩΠΑ δίπλα μας» παρουσιάζουν μια διαφορετική συνέντευξη. Δεν εστιάζουν στο πρόσωπο, αλλά ευρύτερα στον ανθρωπισμό, την αλληλεγγύη, τον συνάνθρωπο και τους πολλούς και μικρούς ήρωες της καθημερινότητας, επιχειρώντας να ευαισθητοποιήσουν για ένα θέμα που μας αφορά όλους.

Γιατί ας μην ξεχνάμε πως όταν «Δίνεις αίμα, δίνεις ζωή»!

– Μπορεί ο καθένας να γίνει αιμοδότης; Ποιοι εξαιρούνται από την διαδικασία;
Η αιμοδοσία είναι εθελοντική και μη αμειβόμενη. Κάθε άνθρωπος υγιής μεταξύ 18 και 65 ετών μπορεί να γίνει εθελοντής αιμοδότης, αφού πρώτα ελεγχθεί η κατάσταση της υγείας του με την λήψη ιστορικού, τη μέτρηση της πίεσης, της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη.

– Πόσο επίπονη είναι η διαδικασία της αιμοληψίας και πόσο διαρκεί;
Η αιμοδοσία διαρκεί μόλις λίγα λεπτά (περίπου 5-10’) και είναι τελείως ανώδυνη. Κάθε αιμοδότης μπορεί να δίνει αίμα κάθε τρεις ή τέσσερεις μήνες.

– Η Ελλάδα καλύπτει σήμερα τις ανάγκες της σε αίμα;
Οι ετήσιες ανάγκες για αίμα στη χώρα μας είναι περίπου 650.000 μονάδες. Οι μονάδες αίματος που συλλέγονται προέρχονται από το συγγενικό περιβάλλον σε ποσοστό 50%, από εθελοντές σε ποσοστό 47% και από τις Ένοπλες Δυνάμεις σε ποσοστό 3%.

– Συχνά ακούμε τον όρο «τράπεζα αίματος». Περί τίνος πρόκειται;
Η τράπεζα αίματος – ή καλύτερα σύλλογοι εθελοντών αιμοδοτών – συστήνεται από συλλόγους ή ομάδες ανθρώπων σε συνεργασία με τη Νοσοκομειακή Αιμοδοσία, η οποία είναι υπεύθυνη για την κάλυψη των ασθενών. Σκοπό έχει να δημιουργήσει μία παρακαταθήκη αίματος για την αντιμετώπιση αναγκών των μελών της τράπεζας, των ανθρώπων που στερούνται φιλικό ή οικογενειακό περιβάλλον, και κάθε συνανθρώπου μας που βρίσκεται σε επείγουσα ανάγκη, αλλά συγχρόνως αναπτύσσεται πνεύμα αλληλεγγύης και εθελοντικής προσφοράς.

– Σε εκείνους που απορρίπτουν την αιμοδοσία χωρίς να έχουν πραγματικά μάθει για αυτή, τι έχετε να πείτε;
Οι άνθρωποι οφείλουν να ενημερώνονται έγκυρα και αντικειμενικά για την Αιμοδοσία, ώστε να ξεπεράσουν τους δισταγμούς και τους φόβους τους, οι οποίοι προέρχονται κυρίως από την άγνοια. Ας μην ξεχνούν, όμως, ότι υποψήφιος αιμοδότης είναι κάθε υγιής άνθρωπος, ενώ υποψήφιοι δέκτες είμαστε όλοι!

– Η Πολιτεία δίνει κίνητρα στους εθελοντές αιμοδότες;
Όπως είπα και νωρίτερα, η αιμοδοσία είναι εθελοντική και μη αμειβόμενη! Προσωπικά πιστεύω ότι δεν θα πρέπει να υπάρχουν κίνητρα για να γίνει κάποιος εθελοντής αιμοδότης, παρά μόνο η αγάπη και η αλληλεγγύη για τον συνάνθρωπο.
Ωστόσο, η ελληνική νομοθεσία έχει προβλέψει ειδικά κίνητρα, τα οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπουν:
– οι εθελοντές αιμοδότες δικαιούνται ιατρικής φροντίδας και εργαστηριακού ελέγχου, σύμφωνα με την γνώμη του υπεύθυνου γιατρού της Αιμοδοσίας
– κάλυψη του ίδιου του αιμοδότη και της οικογένειάς του όταν χρειάζονται αίμα, τιμητικές διακρίσεις, καθώς και αιμοδοτική άδεια από την εργασία τους.

– Πιστεύετε πως εκείνο που παρακινεί έναν εθελοντή αιμοδότη είναι τα κίνητρα ή εσωτερική ηθική ικανοποίηση που πηγάζει από την αρετή του αλτρουισμού;
Οι περισσότεροι αιμοδότες είναι ενημερωμένοι, ευαισθητοποιημένοι και ενεργοί πολίτες. Υπάρχουν όμως και ελάχιστοι, ευτυχώς, αιμοδότες που αιμοδοτούν για την λήψη άδειας από την εργασία τους.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

– Σήμερα, υπάρχουν δύο αντικρουόμενες απόψεις. Από τη μία πως η κρίση μας έχει αποξενώσει κι από την άλλη πως μας έχει φέρει πιο κοντά σαν ανθρώπους. Τι αντιλαμβάνεστε εσείς μέσα από την καθημερινότητα της ιδιαίτερης δουλειάς σας;
Όντως υπάρχουν αυτές οι δύο απόψεις, αλλά προσωπικά στον τομέα που με αφορά, δεν έχω παρατηρήσει λόγω κρίσης να υπάρχει περισσότερη προσφορά αίματος. Πιθανόν οι άνθρωποι να έχουν στραφεί σε άλλες δράσεις εθελοντισμού και αλληλεγγύης που χρειάζονται οι συνάνθρωποί μας.

– Οι τοπικοί φορείς και σύλλογοι μπορούν να παίξουν ουσιαστικό ρόλο προώθησης και ενίσχυσης της ιδέας της αιμοδοσίας;
Ναι! Οι τοπικοί φορείς και σύλλογοι με την οργάνωση, τη μεθοδικότητα και φυσικά την εθελοντική προσφορά τους κατορθώνουν να μετασχηματίσουν την αδιαφορία, το φόβο και την προκατάληψη αρκετών συνανθρώπων μας σε δράση, σε έμπρακτη αγάπη και φυσικά να τους μεταγγίσουν την ιδέα της εθελοντικής αιμοδοσίας.

– Ποιες οι δράσεις, καθώς και οι συνεργασίες του Τμήματος Αιμοδοσίας του Γ.Ν. Σπάρτης με τοπικούς φορείς; Πως μπορεί κάποιος ενδιαφερόμενος να επικοινωνήσει μαζί σας;
Το Τμήμα Αιμοδοσίας συνεργάζεται με πάνω από 50 συλλόγους στο Νομό μας και καλύπτουμε περίπου το 60% των αναγκών μας σε αίμα. Το υπόλοιπο 40% καλύπτεται από το φιλικό και οικογενειακό περιβάλλον των ασθενών. Εμείς προσπαθούμε, επίσης, να μετατρέψουμε τους αιμοδότες αντικατάστασης σε εθελοντές τακτικούς αιμοδότες.
Στην ιστοσελίδα μας http://www.hospspa.gr στο Τμήμα Αιμοδοσίας υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με την αιμοδοσία, καθώς και τηλέφωνα επικοινωνίας.

– Πως καθιερώθηκε η Παγκόσμια Ημέρα του Εθελοντή Αιμοδότη;
Η 14η Ιουνίου έχει ορισθεί από την Παγκόσμια Κοινότητα ως Παγκόσμια Ημέρα του Εθελοντή Αιμοδότη. Αφορμή στάθηκαν τα γενέθλια του Αυστριακού ιατρού Καρλ Λαντστάινερ, ο οποίος ήταν εκείνος που ανακάλυψε τις ομάδες αίματος και τα ρέζους στις αρχές του 20ου αιώνα. Μάλιστα, για τη σημαντική αυτή ανακάλυψη ο Λαντστάινερ τιμήθηκε το 1930 με το Nobel Ιατρικής.

– Ποιο είναι το μήνυμα της 14ης Ιουνίου;
Στόχος του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Εθελοντή Αιμοδότη δεν είναι μόνο να εξαλείψει τα στερεότυπα γύρω από την αιμοδοσία, αλλά κυρίως να προσελκύσει νέους εθελοντές αιμοδότες, ενθαρρύνοντας όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους να γίνουν τακτικοί εθελοντές αιμοδότες, περνώντας ταυτόχρονα στη νέα γενιά την ιδέα και την αξία της Εθελοντικής Αιμοδοσίας. Παράλληλα, αυτή την ημέρα τιμάται ο ανώνυμος εθελοντής αιμοδότης, ο οποίος επιδεικνύει αλτρουισμό και αλληλεγγύη προς τον πάσχοντα συνάνθρωπό του.

– Εν κατακλείδι, αν επιλέγατε ένα σλόγκαν για να ευαισθητοποιήσετε τους αναγνώστες μας, ποιο θα ήταν αυτό;
Για να καλυφθούν οι ανάγκες σε αίμα, θα χρειαστούν οι προσπάθειες και η συμμετοχή όλων μας. Όπως σημείωσα και νωρίτερα, την 14η Ιουνίου κάθε έτους εορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Εθελοντή Αιμοδότη. Ο τιμώμενος εθελοντής αιμοδότης ας γίνει παράδειγμα για αφύπνιση και ενθάρρυνση των συνανθρώπων μας, εξαλείφοντας τον φόβο και την άγνοια γύρω από την αιμοδοσία και προσελκύοντας συνάμα νέους εθελοντές αιμοδότες, ώστε να καταστεί η χώρα μας αυτάρκης σε εθελοντικά προσφερόμενο αίμα.
Και να μην ξεχνάμε ότι υποψήφιος αιμοδότης είναι κάθε υγιής άνθρωπος ηλικίας 18-65 ετών, ενώ υποψήφιοι δέκτες είμαστε όλοι…

———————————————

* Ευχαριστούμε τη Διοίκηση και το προσωπικό του Γενικού Νοσοκομείου Λακωνίας για την φιλική ανταπόκριση στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Τα «Πρόσωπα» αφιερώνουν τη συνέντευξη στη Δήμητρα που «έφυγε» τέτοιες ημέρες πριν από 6 χρόνια, αλλά είναι πάντοτε εδώ, μαζί μας…

Ηλίας Αναστασάκος

GKL_6596Συνέντευξη στο
Νίκο Ι. Καρμοίρη
φωτογραφίες συνέντευξης:
Γιάννης Γκλέκας

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, καθώς έχει φορέσει τη φανέλα πολλών ελληνικών ομάδων κι έχει σκοράρει δεκάδες γκολ στα ποδοσφαιρικά γήπεδα της χώρας. Σήμερα, αγωνίζεται με τα χρώματα της Αθλητικής Ένωσης Σπάρτης, την οποία βοηθάει να πραγματοποιήσει το μεγάλο άλμα στις επαγγελματικές κατηγορίες.

Ο λόγος για τον Λάκωνα ποδοσφαιριστή Ηλία Αναστασάκο, με τον οποίο συναντηθήκαμε στο Δημοτικό Στάδιο Σπάρτης και συνομιλήσαμε εκεί που τις Κυριακές χαρίζει… πανηγυρισμούς στους Σπαρτιάτες, παραχωρώντας στα «ΠΡΟΣΩΠΑ δίπλα μας» μία άκρως ποδοσφαιρική συνέντευξη!

Ο Ηλίας Αναστασάκος μιλάει για την καριέρα του, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ, τον Ατρόμητο και τους δύο τελικούς Κυπέλλου Ελλάδος, το ελληνικό ποδόσφαιρο και φυσικά την Α.Ε. Σπάρτης, και μοιράζεται με τους φίλαθλους αναγνώστες σκέψεις κι εμπειρίες…

Καθίστε αναπαυτικά στην… κερκίδα και απολαύστε τον!

– Μεγάλο μέρος του φίλαθλου κόσμου σε γνώρισε αγωνιζόμενο στον ΠΑΟΚ. Υπήρξαν αρκετά ονόματα-σταρ αλλά, απ’ όσο θυμάμαι, σημειώνοντας κάποια σημαντικά τέρματα έγινες αγαπητός στην κερκίδα. Σωστά;
Υπήρξα και πιο παλιά σε μεγάλη ομάδα, την ΑΕΚ, δεν είχα, όμως, πάρει εκεί ευκαιρίες μου. Ο ΠΑΟΚ ήταν μεγάλο κομμάτι για εμένα κι ένα σημαντικό βήμα στην καριέρα μου. Αν και αγωνίστηκα εκεί για ένα μικρό διάστημα, ήταν πολύ σημαντικό. Πέρασα πολύ όμορφα και θα είναι για πάντα στην μνήμη και στην καρδιά μου και ο ΠΑΟΚ και ο κόσμος του. Ο κόσμος του ΠΑΟΚ δεν μπορώ να πω ότι με αγάπησε, αλλά ότι με συμπάθησε. Και με συμπάθησε, όχι γιατί πέτυχα τα γκολ, αλλά γιατί πήγα αθόρυβα (και με μεγάλη αμφισβήτηση στην αρχή) και στο τέλος εκτίμησε την προσπάθειά μου.

– Το ποδοσφαιρικό σου «ταξίδι» πότε ξεκίνησε;
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ξεκίνησα από την ομάδα του χωριού μου, το Δαφνί, πήγα στο Γύθειο, ύστερα στον Λεωνίδα Σπάρτης και μετά πήγα στην ΑΕΚ. Πήγα μέσω δοκιμών στις προπονήσεις, τους άρεσα και μου έκαναν πρόταση. Με πήραν στο εφηβικό τμήμα στην αρχή και κάπως έτσι ξεκίνησε το ποδοσφαιρικό μου ταξίδι. Η ζωή του ποδοσφαιριστή είναι ένα διαρκές ταξίδι που δεν σταματάει νομίζω. Απλά αλλάζει το μέσο. Τη μία παίρνεις το αεροπλάνο, την άλλη το καράβι, το αυτοκίνητο, ή πας με τα πόδια… Κι όλα αυτά γιατί στην Ελλάδα είναι μία πάνω και μία κάτω η ζωή του ποδοσφαιριστή. Είναι πολύ δύσκολη και δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει σε οποιαδήποτε ομάδα κι αν βρίσκεσαι.

– Έμεινες μια 7ετία στην ΑΕΚ με ελάχιστες συμμετοχές και πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς ως δανεικός. Πως αντιμετώπισες την κατάσταση εκείνων των «πέτρινων χρόνων»;
Αν γυρίσω το χρόνο πίσω, δεν μετανιώνω που πήγα στην ΑΕΚ και οπουδήποτε αλλού πήγα. Πήρα πολλά μαθήματα από την ΑΕΚ. Ήμουν στην πρώτη ομάδα με μεγάλους και σπουδαίους συμπαίκτες. Έκανα προπόνηση μαζί τους κι αγωνίστηκα σε κάποια παιχνίδια˙ σε φιλικά πιο πολύ. Απλά ίσως θα είχα κάνει κάποιες άλλες επιλογές. Τόσο σχετικά με τις ομάδες που αγωνίστηκα ως δανεικός, όσο και με τον χρόνο που έμεινα στην ΑΕΚ. Ίσως είχα φύγει πιο νωρίς…

– Ποια ήταν τα στοιχεία που οδήγησαν τελικώς σε μια επιτυχημένη ποδοσφαιρική συνέχεια;
Ο καθένας φτιάχνει το μέλλον του μόνος του, μέσα από την δουλειά, την υπομονή και την επιμονή. Αυτό λέω και στα νεότερα παιδιά που είχα ή έχω συμπαίκτες. Κι όσοι μας διαβάσουν να ξέρουν πως είναι πολύ δύσκολο να είσαι ποδοσφαιριστής. Θέλει μεγάλη υπομονή και πάρα πολλή δουλειά. Κι αν το κάνεις αυτό θα πετύχεις. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο κι αυτό μου έδειξε εμένα η καριέρα μου. Μόνο όταν δούλευα πετύχαινα. Όταν έλεγα ότι δε με θέλει ο προπονητής ή μου φταίει το γήπεδο ή παίζει ο «άλλος» γιατί έχει μέσον ή οτιδήποτε άλλο, πάντα η αλήθεια κρυβόταν αλλού! Ότι, δηλαδή, εγώ είχα χάσει το δρόμο και είχα παρεκκλίνει του σκοπού μου.

– Με τον Θρασύβουλο Φυλής βγήκες 1ος σκόρερ στη Β’ Εθνική κι ακολούθησε η μεταγραφή στον ΠΑΟΚ. Ήταν μια δικαίωση και ίσως καλύτερη περίοδος στην καριέρα σου;
Πολύ καλή χρονιά για έμενα ήταν ένας χρόνος στην Α’ Εθνική με τον Απόλλωνα Αθηνών. Μιλάμε για πολλά χρόνια πίσω, τότε που ήμουν στον Απόλλωνα δανεικός από την ΑΕΚ. Εκείνη την καλή χρονιά δεν την εκμεταλλεύτηκα σωστά κι έκανα κακές επιλογές. Αφού αγωνίστηκα στον Αστέρα Τρίπολης συνειδητοποίησα το τι έπρεπε να κάνω. Από τότε και μετά όποιον στόχο έβαζα, είτε προσωπικό, είτε ομαδικό με την εκάστοτε ομάδα τον πετύχαινα. Νομίζω, όμως, ότι η καλύτερη χρονιά μου ήταν εκείνη στον Θρασύβουλο. Βγήκα πρώτος σκόρερ, κατακτήσαμε το πρωτάθλημα της Β’ Εθνικής παίρνοντας και την άνοδο στη Σούπερ Λίγκα και φτάσαμε έως τους «4» του Κυπέλλου Ελλάδος, κάνοντας μια πολύ αξιόλογη πορεία!

– Με τον Ατρόμητο ήσασταν δύο φορές φιναλίστ στον τελικό Κυπέλλου Ελλάδας. Πως είναι να αγωνίζεσαι στον τελικό και ποια η γεύση του να μην κατακτάς τελικά το τρόπαιο;
Το Κύπελλο Ελλάδας είναι ένας διαφορετικός θεσμός που κάθε ομάδα μπορεί να το διεκδικήσει με αξιώσεις, όπως συνέβη με τον Ατρόμητο. Την σεζόν 2009-10 επέστρεψε από την Β’ Εθνική και την επόμενη χρονιά βρέθηκε να διεκδικεί το Κύπελλο, ενώ την ίδια στιγμή στο πρωτάθλημα κινδύνευε με υποβιβασμό. Είναι μια μικρομεσαία ομάδα κι όχι από εκείνες που κλασικά πρωταγωνιστούν στο πρωτάθλημα. Κι όμως κατάφερε δύο συνεχόμενες χρονιές να πάει στον τελικό του Κυπέλλου. Έτσι για εμάς δεν ήταν σημαντική μόνο η συμμετοχή στον τελικό, αλλά όλο το ταξίδι μέχρι να φτάσουμε εκεί. Όλα τα παιχνίδια ήταν το κάτι διαφορετικό και τα χαρήκαμε. Και ο ημιτελικός ήταν σημαντικός, γιατί είναι πολύ ωραίο το συναίσθημα όταν προκρίνεσαι στον τελικό. Τον τελικό με την ΑΕΚ (σ.σ. 2011) δεν τον χαρήκαμε σαν τελικό. Οι πρωταγωνιστές -αρνητικοί πρωταγωνιστές- ήταν οι οπαδοί που μπήκαν μέσα. Κι όχι εμείς οι ποδοσφαιριστές, όπως θα έπρεπε! Την επόμενη χρονιά (σ.σ. 2012) με τον Ολυμπιακό -δεν αγωνίστηκα σε εκείνο το παιχνίδι- χάσαμε στην παράταση˙ στο 119’. Υπήρξε πικρία που έγινε έτσι, αλλά ευχαριστηθήκαμε το παιχνίδι και την όλη πορεία μας…

– Στα μέσα της περασμένης αγωνιστικής περιόδου επιστρέφεις από το επαγγελματικό στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο για λογαριασμό της Α.Ε. Σπάρτης. Πόσο εύκολη ήταν τόσο η απόφαση αυτή, όσο και η μετάβαση;
Το έχω ξανακάνει αυτό! Στην Τρίπολη, για λογαριασμό του Αστέρα πήγα από Β’ Εθνική στην (τότε) Δ’ Εθνική. Ήρθα στο ερασιτεχνικό, αλλά δεν άλλαξα την δική μου νοοτροπία. Προσπαθώ να κάνω τα πράγματα που έκανα σε όλη μου την καριέρα σε επαγγελματικό επίπεδο σε οποιαδήποτε ομάδα κι αν ήμουν. Κι αναφέρομαι σε θέματα καλού τρόπου ζωής, διατροφής, σκέψης, οργάνωσης κλπ, που είναι λεπτομέρειες για έναν επαγγελματία που, ψυχολογικά και σωματικά. τον κρατάνε σε μία ισορροπία και τον βοηθάνε μέσα στο γήπεδο.

– Ποιο ήταν το κίνητρο που σε έπεισε να έρθεις στη «Σπάρτη»;
Η αλήθεια είναι πως πλέον δεν υπάρχει στην Ελλάδα μεγάλη διαφορά μεταξύ των ομάδων. Έχει πέσει πολύ το ποδόσφαιρο. Έχει χαλάσει κι έχει απαξιωθεί. Όταν ήμουν μικρός, η πρώτη φορά πήγα να δω αγώνα ήταν η ομάδα της Σπάρτης εδώ στο Στάδιο. Θυμάμαι πως όλα τα παιδιά στο χωριό θέλαμε να παίξουμε κάποια μέρα στη Σπάρτη. Πήγαινα κι έβλεπα την «Barca» γιατί ήταν η μεγάλη ομάδα του νομού. Με πλησίασαν πέρυσι οι άνθρωποι της ομάδας και πήρα την απόφαση να έρθω, όχι για να παίξουμε στο τοπικό ή στην Γ’ Εθνική, αλλά για να ανεβάσουμε την ομάδα σε επαγγελματικό επίπεδο, κι αυτό προσπαθώ κι εγώ να κάνω και να πετύχουμε τον στόχο. Έπαιξε, βέβαια, ρόλο για την επιλογή μου το συναίσθημα, αλλά και τα άτομα που με προσέγγισαν κι οι στόχοι που είχαν θέσει.

– Λατρεύτηκες από τον κόσμο της «Σπάρτης», ωστόσο πέρυσι κάποια στιγμή αμφισβητήθηκες από μερίδα του τόσο για την απόδοσή σου, όσο -κυρίως- για το γεγονός ότι δεν πανηγύριζες τα γκολ στο περσινό πρωτάθλημα. Στον τελικό-μπαράζ με την Κυπαρισσία, όμως, έδωσες τις απαντήσεις σου. Τελικά ο Ηλίας Αναστασάκος είναι ο άνθρωπος των μεγάλων αγώνων;
Γιατί δεν πανηγύριζα τα γκολ; Δεν είμαι, γενικά, άτομο που εκδηλώνεται… Πανηγυρίζω κάτι που είναι πολύ σημαντικό. Δεν συνηθίζω να πανηγυρίζω κάποιο γκολ σε αγώνες που θεωρητικά είναι εύκολοι. Κι αυτό δεν σημαίνει ότι τους αντιμετωπίζω απαξιωτικά ή ότι δεν χαίρομαι που σκοράρω. Απλά δεν είμαι εκδηλωτικός και σπάνια στην καριέρα μου πανηγύριζα γκολ. Στο Περιστέρι όμως ήταν αλλιώς. Εκεί πετύχαμε το στόχο μας και τα γκολ ήταν η ανταμοιβή της προσπάθειας μιας ολόκληρης χρονιάς.
Όσον αφορά την αμφισβήτηση, πάντα γινόταν αυτό, σε όλες τις ομάδες, ακόμη και καλά να πήγαινα… Το θυμάμαι αυτό! Αλλά δεν έδινα ποτέ σημασία. Όπως σου είπα και πριν, προσπαθούσα πάντα να πετύχω το στόχο της ομάδας μου. Και είναι διαφορετικό να παίζεις για να κάνεις τον κόσμο να χαρεί με το να παίζεις και να κυνηγάς κάποιους στόχους. Δυστυχώς, όμως, μπορεί έτσι να έχει χαθεί το θέαμα, γιατί όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος στην Ελλάδα!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

– Το καλοκαίρι σε είδαμε να συμμετέχεις και να φωτογραφίζεσαι με τον Καραγκούνη και τους αδερφούς Αντετοκούνμπο στα πλαίσια του «Super League Athletic Academy». Μίλησέ μας για αυτό…
Αυτό το έχω οργανώσει με έναν φίλο και κουμπάρο μου στην Αμερική. Είναι κάτι το οποίο το σκεφτόμασταν για πολλά χρόνια και ξεκίνησε τελικά πριν δύο χρόνια. Πρόκειται για ένα αθλητικό καμπ, στο οποίο συμμετέχουν παιδιά Ελλήνων ομογενών, αλλά και γηγενή. Πηγαίνουμε με έναν καθηγητή ποδοσφαίρου που διδάσκει σε ακαδημίες, σε σχολές ποδοσφαίρου κλπ, ο οποίος κάνει μαθήματα στους μικρούς αθλητές. Και συμμετέχουν και κάποιοι ποδοσφαιριστές. Την πρώτη χρονιά είχαμε πάει με τους Μπασινά και Σεϊταρίδη, πέρυσι με τον Καραγκούνη και φέτος μάλλον με τον Νικοπολίδη. Το καμπ έχει βρει μεγάλη ανταπόκριση και έχει μεγάλη απήχηση στον κόσμο και φαίνεται πως σιγά σιγά θα γίνει θεσμός. Φέτος θα πραγματοποιηθεί για τρίτη χρονιά. Παράλληλα, διοργανώθηκε πέρυσι και ένα καμπ μπάσκετ με την παρουσία των αδερφών Αντετοκούνμπο και είχα πάρει κι εγώ λίγο μέρος˙ πιο πολύ για τον μεταξύ μας χαβαλέ και την εμπειρία!

– Σήμερα, στην Ελλάδα πόσες πιθανότητες έχουν νεαροί αθλητές να καταφέρουν να ασχοληθούν επαγγελματικά με το ποδόσφαιρο και γενικότερα με τον αθλητισμό;
Πιστεύω πως οι Έλληνες ποδοσφαιριστές έχουν πιο πολλές ευκαιρίες αυτή την περίοδο. Απλά δεν είναι έτοιμοι γιατί δεν έχουν τη σωστή νοοτροπία και δεν δουλεύουν πολύ. Παίρνουν αρκετές ευκαιρίες, αλλάζουν εύκολα ομάδες, παίζουν σε κορυφαίο επίπεδο και νομίζουν ότι είναι πολύ εύκολο να παίξεις γιατί φτάνουν εύκολα ψηλά. Δεν έχουν όμως νωρίτερα «ψηθεί» και βρίσκονται σε ένα τοπ επίπεδο χωρίς να είναι έτοιμοι. Ο κόσμος, όμως, έχει απαιτήσεις γιατί τα προηγούμενα χρόνια υπήρχαν πιο καλές ομάδες και πιο καλοί παίκτες. Δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις και απογοητεύονται. Νομίζω πως το ποδόσφαιρο βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο κι αν δεν καταλάβουν ότι μόνο μέσα από τη δουλειά θα πάνε μπροστά, θα αργήσουν να παίξουν και θα αργήσει κι η Ελλάδα να βγάλει καλούς ποδοσφαιριστές. Το βλέπουμε αυτό, άλλωστε, κι από την πορεία της Εθνικής. Δεν είναι τυχαία η πτώση της.

– Η πορεία σου μαρτυρά πως έχεις δουλέψει με επιμονή κι υπομονή για να καταφέρεις να πετύχεις. Τι θα συμβούλευες τα νέα παιδιά για να πετύχουν τους στόχους τους;
Θα μπορούσα κι εγώ να είχα δουλέψει πολύ παραπάνω και να έχω κάνει καλύτερη καριέρα. Βέβαια υπάρχουν κι αστάθμητοι παράγοντες, όπως οι τραυματισμοί και διάφορες άλλες ατυχίες. Βλέπεις παιδιά να δουλεύουν σκληρά και να στέκονται άτυχα. Εγώ ευτυχώς δεν είχα τραυματισμούς κι ΕΥΧΟΜΑΙ να μην έχει κανένας.
Τα νέα τα παιδιά θα τα συμβούλευα να μην παραιτούνται από την προσπάθεια που κάνουν. Γιατί πολλά παιδιά περιμένουν και περιμένουν, δεν τους έρχεται η ευκαιρία, τα παρατάνε και ξαφνικά παίρνουν μία ευκαιρία και δεν είναι έτοιμοι. Κι έτσι δικαιώνονται κι οι προπονητές που δεν τα έβαζαν νωρίτερα. Θέλει πάρα πολλή δουλειά κι εντός κι εκτός γηπέδου. Οι πίκρες είναι πιο πολλές παρά οι χαρές και στο ποδόσφαιρο και στην καθημερινή μας ζωή. Τα παιδιά όμως πρέπει να προσπαθούν και να μην απογοητεύονται.

– Από όλες τις ομάδες που έχεις αγωνιστεί θέλω να επιλέξεις τις καλύτερες με βάση α) τις αγωνιστικές συνθήκες, β) τις επιτυχίες, γ) το κλίμα, δ) την αγάπη του κόσμου και ε) την δική σου απόδοση.
Τις καλύτερες αγωνιστικές συνθήκες τις συνάντησα στον Ατρόμητο, στον οποίο πέρασα τρία χρόνια. Στον ΠΑΟΚ θα έλεγα πως βρήκα και καλές συνθήκες και ωραίο κόσμο. Πιστεύω πως εκεί ήταν και η καλύτερή μου χρονιά μαζί με την ακριβώς προηγούμενη σεζόν στον Θρασύβουλο, όπως σου είπα και νωρίτερα. Δεν μου είναι, όμως, εύκολο να ξεχωρίσω και να κάνω διαχωρισμούς. Στον Αστέρα Τρίπολης πέρασα πολύ όμορφα. Το κλίμα μου άρεσε πιο πολύ εκεί γιατί ήμασταν παρέα και η ομάδα πήρε τρία πρωταθλήματα. Όσον αφορά την αγάπη του κόσμου μου είναι αδύνατο να την ταξινομήσω. Νομίζω, όμως, ότι με τον κόσμο της Α.Ε. Σπάρτης έχω μία άλλη σχέση και ένα διαφορετικό δέσιμο.

– Από τους αριθμούς που έχεις φορέσει στην πλάτη ποιος είναι ο αγαπημένος σου και γιατί;
Δεν έχω αγαπημένο αριθμό. Ποτέ δεν είχα κόμπλεξ με αυτά. Το «9» ήρθε απλά λόγω θέσης. Έτυχε το πήρα στον ΠΑΟΚ γιατί είχε μείνει χωρίς κάτοχο. Και το φόρεσα μόνο στον ΠΑΟΚ και τώρα στη Σπάρτη.

– Από την ποδοσφαιρική νοοτροπία στην Ελλάδα τί θα ήθελες να αποβάλεις και τί να αναδείξεις;
Δεν έχουμε νοοτροπία! Αλλάζει η νοοτροπία μας όπως αλλάζει ο καιρός! Χάνει η ομάδα φταίνε όλοι, κερδίζει η ομάδα είναι όλα καλά… Δεν υπάρχει μία ποδοσφαιρική φιλοσοφία και μια σωστή δομή σχεδόν σε καμία ομάδα. Όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Το ποδόσφαιρο μην ξεχνάς πως είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, στο οποίο αντανακλάται η κοινωνία. Υπάρχουν ομάδες που έχουν καταφέρει κι έχουν μία, οποιουδήποτε είδους, φιλοσοφία όπως π.χ. ο Αστέρας που, αν και είναι μόνο 13 χρόνια επαγγελματική ομάδα, έχει καλές εγκαταστάσεις και θέλει να πρωταγωνιστεί, ή ο Πανιώνιος του οποίου η κουλτούρα είναι να στηρίζεται στους μικρούς παίκτες και να «παράγει» και να προωθεί παίκτες από τα σπλάχνα του. Όμως αυτές οι ομάδες είναι εξαιρέσεις. Ο κανόνας και το γενικότερο φαινόμενο είναι οι ομάδες δίχως πλάνο, με πολλές αλλαγές παικτών, προπονητών κ.ο.κ. Γενικά, τόσο οι ομάδες, όσο και το εγχώριο ποδόσφαιρο έχουν πολλά σκαμπανεβάσματα. Αυτό θα άλλαζα. Δεν έχει υπομονή ο Έλληνας φίλαθλος καθόλου˙ με μια στραβή απογοητεύεται και με μία νίκη αποθεώνει!

– Αν έκλεινες τα μάτια σου, ποια θα ήταν η πρώτη και σημαντικότερη στιγμή που θα ερχόταν στο νου σου από την μέχρι τώρα ποδοσφαιρική σου πορεία;
Σίγουρα το πρώτο επαγγελματικό γκολ που έβαλα, το οποίο ήταν με την φανέλα του Απόλλωνα. Όπως, επίσης, και το πρώτο γκολ που έβαλα με τον ΠΑΟΚ ήταν πολύ σημαντικό για εμένα και το θυμάμαι πολύ έντονα˙ αλλά δεν θα χανόταν κι ο κόσμος αν το έχανα! Νομίζω πως η πιο έντονη στιγμή για μένα ήταν το τρίτο γκολ με την Α.Ε. Σπάρτης στο 3-2 επί της Κυπαρισσίας, όπου πήραμε την άνοδο στην Γ’ Εθνική. Ήταν ένας αγώνας δίχως αύριο! Αν δεν κερδίζαμε εκείνο το παιχνίδι θα ήταν καταστροφικό για όλους˙ και για την ομάδα και για το λακωνικό ποδόσφαιρο. Ξεκολλήσαμε από την μιζέρια… Διψούσε πολύ ο κόσμος για την άνοδο. Το έβλεπα αυτό. Το ένιωθα! Και συναισθηματικά αυτή ήταν η πιο έντονη και δυνατή στιγμή μου…

– Ποιοι είναι οι προσωπικοί σου στόχοι και ποιοι οι στόχοι της ομάδας;
Είναι αλληλένδετοι! Για μένα ο προσωπικός στόχος ταυτίζεται απόλυτα με τον ομαδικό, γιατί είμαι κομμάτι αυτής της ομάδας. Τί να το κάνω αν είναι να πετύχω 30 γκολ και η ομάδα να μην ανέβει κατηγορία; Ο στόχος είναι να βγει η ομάδα στις επαγγελματικές κατηγορίες και να πρωταγωνιστήσει εκεί. Κι ο στόχος αυτός που έχουμε θέσει είναι ο ίδιος εδώ και δύο χρόνια.

– Βλέπουμε πως στις μέρες μας είναι συχνό φαινόμενο να πολιτεύονται αθλητές. Αν σου γινόταν πρόταση από κάποιον συνδυασμό να συμμετάσχεις στις εκλογές για να βοηθήσεις στην ανάπτυξη του αθλητικού επιπέδου της περιοχής θα την αποδεχόσουν;
Γιατί έχουμε εκλογές πάλι; (σ.σ. γέλια…) Δεν το έχω σκεφτεί αυτό, όμως δεν μπορώ να αποκλείσω και τίποτα. Κάποιος που θα μπει στην πολιτική για να βοηθήσει, δεν μπορεί να βοηθήσει μόνος του. Πρέπει να έχει δίπλα του ανθρώπους που να μπορεί να συνεργαστεί, και να βρει υποστήριξη τόσο από την τοπική κοινωνία, όσο και από την κεντρική Πολιτεία για να υλοποιήσει τις ιδέες του. Όλοι λέμε ότι η νοοτροπία μας δεν μας αρέσει, αλλά δεν έχουμε και διάθεση να την αλλάξουμε. Μας αρέσει να παραμένουμε βολεμένοι, να μην αλλάζουμε τα πράγματα από φόβο, να μην ρισκάρουμε κτλ. Αν θα συμμετείχα κάπου για να βοηθήσω και να μην μπορούσα τελικά να πραγματοποιήσω τα πράγματα που είχα στο μυαλό μου θα αποχωρούσα. Το έχω κάνει και στο ποδόσφαιρο. Αποχωρώ από καταστάσεις που δεν μου αρέσουν και το ίδιο θα έκανα και σε αυτή την περίπτωση.

– Κλείνοντας, ποια θα ήθελες να είναι η κατακλείδα της κουβέντας μας;
Σίγουρα, είναι πάρα πολλά ακόμα αυτά που θα μπορούσαμε να πούμε. Δεν θα ήθελα να μιλήσουμε, όμως, πάλι για το ποδόσφαιρο. Το μόνο που θα ‘θελα να πω είναι πως εύχομαι να ξεφύγουμε από αυτόν τον ψυχολογικό πόλεμο που ζούμε όλοι μας και γενικά η χώρα μας. Βιώνουμε καθημερινά έναν ψυχολογικό πόλεμο και είναι δύσκολο να αντιδράσουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μην χάνουμε την ελπίδα μας και να αισιοδοξούμε πως στο τέλος θα τα καταφέρουμε, όπως ακριβώς τα κατάφεραν και οι πρόγονοί μας. Και να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε. Γιατί με το να περιμένουμε, να είμαστε στάσιμοι ή να μένουμε στα λόγια, θα χάσουμε στο τέλος κι αυτά που έχουμε. Και δεν αναφέρομαι φυσικά στα χρήματα και τα υλικά αγαθά. Θα χάσουμε τις αξίες μας, τους εαυτούς μας, την ψυχολογία μας και θα πάψουμε να ζούμε. Θα ήθελα να ξεφύγουμε σύντομα από αυτό το κακό που μας έχει κυκλώσει.

———————————————————————————–

// Διαβάστε τη συνέντευξη και στη μηνιαία εφημερίδα «Το Γεφύρι» που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο 2016 //

Σπύρος Παπαδόγιαννης

GKL_6087Συνέντευξη στο
Νίκο Ι. Καρμοίρη
φωτογραφίες συνέντευξης:
Γιάννης Γκλέκας

Τον «γνώρισα» μέσα από το πλούσιο συγγραφικό του έργο. Αναφορές σε εκείνον, αλλά κυρίως κείμενά του δημοσιεύονταν κατά κόρον στον τοπικό τύπο. Σήμερα, πασχίζει να διασώσει την παράδοση και τον πολιτισμό κι αγωνίζεται να διατηρήσει ζωντανά τα απομεινάρια του προηγούμενου αιώνα.

Ο λόγος για τον κ. Σπύρο Παπαδόγιαννη, συνταξιούχο φιλόλογο, λαογράφο και συγγραφέα, που στις αρχές της νέας χιλιετίας έδωσε πνοή στα «Λαογραφικά Εκθέματα», μια λαογραφική συλλογή-μουσείο, που στεγάζεται στο ισόγειο του σπιτιού του.

Ο κ. Σπύρος Παπαδόγιαννης μιλά στα «ΠΡΟΣΩΠΑ δίπλα μας» για το λαογραφικό και συγγραφικό του έργο, για το μουσείο που «κρύβει» στο κατώι του, για το πάθος και την αγάπη που τρέφει για την ζωή που πέρασε και τις συνήθειές της, και για την επιμονή που δείχνει για να κρατήσει ζωντανό έναν «κόσμο» πριν τον αλέσουν «τα μυλολίθαρα του χρόνου»!

Μια συνέντευξη σαν βιβλίο που ήρθε η ώρα σιγά σιγά να ξεφυλλίσουμε…

– Από πού πηγάζει η έντονη αγάπη σας για τη λαογραφία;
Η αγάπη για τη λαογραφία ξεκίνησε από τον αείμνηστο καθηγητή Λαογραφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τον Γεώργιο Μέγα. Μπορεί για διάφορους λόγους να είχα χάσει 2-3 ώρες παρακολούθησης από άλλους καθηγητές, από τον Μέγα δεν είχα χάσει ούτε λεπτό. Μάλιστα, είχα κάνει και μία εργασία λαογραφικού περιεχομένου, συλλέγοντας ιδιωματικές λέξεις, και με είχε επιβραβεύσει δημοσίᾳ.
   Το πάθος όμως για την λαογραφία πηγάζει κι από τις οικογενειακές ρίζες. Ο πατέρας κι η μάνα μου ήταν αγρότες. Έχω βιώσει όλο το φάσμα των αγροτικών εργασιών: την καλλιέργεια ελιών και πορτοκαλιών, τη σπορά, το θέρισμα, το αλώνισμα κ.ά. Η μάνα μου, θυμάμαι, πήγαινε κάθε Σάββατο στη Σπάρτη με το γαϊδουράκι να πουλήσει τα κηπουρικά της. Όλα αυτά τα έχω γράψει στα βιβλία μου, τα οποία είναι βιωματικού χαρακτήρα, και ίσως γι αυτό τα έχει αγαπήσει και ο κόσμος.

– Πως δημιουργήθηκε η ιδέα της ίδρυσης του λαογραφικού μουσείου;
Πρόκειται για μια λαογραφική συλλογή ιδιωτικής πρωτοβουλίας, που περιλαμβάνει σκεύη, αντικείμενα και εργαλεία από το πρώτο μισό του 20ου αιώνα και ακόμη παλιότερα. Τα εκθέματα έχουν «αναπτυχθεί» στο ισόγειο του αγροτικού τύπου σπιτιού μου σε συμβατούς για την εποχή τους και το είδος του χώρους.
   Η ιδέα ξεκίνησε από έναν αργαλειό που είχαμε στην αποθήκη! Η αγάπη η δική μου και της γυναίκας μου για τον τρόπο ζωής που είχε φύγει ανεπιστρεπτί μας ώθησε στη δημιουργία της λαογραφικής συλλογής. Κι ακόμη γιατί πιστεύω ότι ο λαός που ξεχνάει το παρελθόν του κι αποκόβεται από τις ρίζες του είναι καταδικασμένος. Η ξενομανία και ο μιμητισμός είναι κάτι που στρέφεται εναντίον του έθνους μας και της ίδια μας της υπόστασης. Έτσι, το 1997 βγήκα στη σύνταξη κι ένα χρόνο αργότερα ξεκίνησα αυτή τη συλλεκτική προσπάθεια. Κι επειδή φοβήθηκα μην περιέλθω σε κάποιο κενό κι αδρανήσω, αποφάσισα να γράψω κάποια βιβλία που έχουν σχέση με το λαογραφικό και πολιτιστικό παρελθόν της περιοχής μας, με την αγροτική ζωή, με την καλλιτεχνική ζωή, με την οικογενειακή ζωή, με τα πάντα…

– Έχετε συγγράψει τέσσερα βιβλία. Πείτε μας δυο λόγια για αυτά…
Ξεκίνησα να γράφω περίπου από το 1999-2000. Μέχρι σήμερα έχω εκδώσει τέσσερα βιβλία και είναι υπό έκδοση άλλα πέντε βιβλία, τα οποία είναι έτοιμα για το τυπογραφείο εάν βρεθούν τα χρήματα.
   Η αρχή έγινε το 2006 με το βιβλίο «Ένας κόσμος που χάθηκε». Με τον τίτλο αυτό εννοώ έναν τρόπο ζωής παρελθοντικό που χάθηκε γιατί ήρθαν σταδιακά άλλες φόρμουλες από τη δυτική Ευρώπη κι εξαφάνισαν παλιές συνήθειες. Το δεύτερο βιβλίο είναι «Το πολυαιωνόβιο Πανηγύρι του Μιστρά», το οποίο εκδόθηκε το 2008. Αγωνίστηκα πολύ για να βρω τις πληροφορίες που χρειαζόμουν. Δεν πρόκειται για λόγια του αέρα! Δεν έχω γράψει, δηλαδή ότι μου κατέβηκε στο κεφάλι. Αντίθετα, έκανα έρευνα και τα πάντα είναι τεκμηριωμένα από εφημερίδες, από περιοδικά, από πρακτικά της Κοινότητας Μυστρά κ.τ.λ. Το τρίτο βιβλίο κυκλοφόρησε το 2010 και είναι κι αυτό λαογραφικού περιεχομένου. Έχει τίτλο «Στα μυλολίθαρα του χρόνου». Εκεί αναφέρω πράγματα τα οποία τα έχει αλέσει ο χρόνος, όπως ακριβώς αλέθει ο μύλος το στάρι που πέφτει μέσα στα λιθάρια. Αναφέρονται πράγματα που αφορούν την οικογενειακή ζωή κι άλλα πολλά που μπορεί να τα δει ο αναγνώστης ξεφυλλίζοντάς το. Και το τελευταίο βιβλίο είναι τα «Θερισμένα Στάχυα». Κι αυτός ο τίτλος υπονοεί τρόπους ζωής που βλάστησαν, που καρποφόρησαν, που έθρεψαν ανθρώπους και ήρθαν τα «δρεπάνια» και τα έκοψαν, τα θέρισαν. Αυτό εκδόθηκε το 2014.
   Ακόμα είναι υπό έκδοση ο «Γάμος στην υφή και τις παρυφές του», από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα, σε όλες τις εκφάνσεις και σε όλα τα θετικά και τα αρνητικά του˙ «Τα γεννοφάσκια της ζωής», όπου γίνεται αναφορά στην κύηση, τον τοκετό, την ανατροφή του παιδιού, στην ανάθρεψή του, στα πρώτα του βήματα κ.ο.κ.˙ «Το οδικό δίκτυο της Λακωνίας», το οποίο γράφτηκε κατόπιν επίπονης και επίμοχθης προσπάθειας, και άλλα δυο βιβλία που έχω αποθηκευμένα στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή. Κατά το παρελθόν είχαν δημοσιευτεί κάποια αποσπάσματα από τα βιβλία μου στην τοπική εφημερίδα «Ο Παρατηρητής της Λακωνίας». Επίσης η κόρη μου Ελένη τα τελευταία δυο-τρία χρόνια κάνει κάθε Δευτέρα εκπομπή στο ραδιοφωνικό σταθμό της Μητρόπολης και διαβάζει αποσπάσματα από τα βιβλία μου, κάτι που το έχει περιβάλει ο κόσμος με αγάπη.
   Παράλληλα με την συλλεκτική προσπάθεια όλα αυτά τα χρόνια πραγματοποιήθηκε και συγγραφική προσπάθεια. Ας σημειωθεί πως όλα αυτά τα βιβλία δεν τα πουλάω. Τα προσφέρω με πολύ αγάπη στον κόσμο…

– Έχετε απευθυνθεί σε κάποιο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης για να αναλάβει την έκδοση κάποιου βιβλίου σας;
Ναι, έχει γίνει κατά το παρελθόν, γιατί απαιτούνται αρκετά χρήματα για μία έκδοση. Για «Το πολυαιωνόβιο Πανηγύρι του Μιστρά» μέρος της δαπάνης είχε καλύψει ο Δήμος Μυστρά. Επίσης, «Τα μυλολίθαρα του χρόνου» είχαν εκδοθεί από τον ΟΠΑΝΑΛ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λακωνίας. Τώρα γίνεται μια προσπάθεια με την κ. Αντιπεριφερειάρχη ώστε, ίσως, προσεχώς καταφέρει η Π.Ε. Λακωνίας να εκδώσει το επόμενο βιβλίο, το οποίο είναι ο «Γάμος στην υφή και τις παρυφές του», όπου θα συμπεριλαμβάνεται και πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Θα ήταν παράληψη αν, μέσα από το βήμα που μου δίνεται, δεν ευχαριστούσα όλους εκείνους που κατά καιρούς έχουν βοηθήσει στην προώθηση του έργου μου.

– Πρόσφατα τιμηθήκατε για το συγγραφικό σας έργο από την Ένωση Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας, στην εκδήλωση της παρουσίασης του τελευταίου βιβλίου σας…
Την όλη διαδικασία παρουσίασης του βιβλίου «Θερισμένα Στάχυα» την είχε αναλάβει η Ένωση Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας και ο πρόεδρος της κ. Βασίλης Βλαχάκος. Ήταν μια πολύ όμορφη και καλή παρουσίαση, όπου μάλιστα μοιράστηκαν όλα τα βιβλία μου ΔΩ-ΡΕ-ΑΝ. Το θεωρώ προσβολή να πάρω χρήματα! Κατά την εκδήλωση της παρουσίασης μου προσφέρθηκε μια τιμητική πλακέτα. Αυτό πιστεύω πως ήταν μια αναγνώριση του έργου μου και οφείλω να ευχαριστήσω πάρα πολύ την Ένωση για την τιμή που μου έκανε.
   Πρέπει, όμως, να λάβεις υπόψη σου ότι για να αμειφτείς για κάτι πρέπει να «στρώσεις κώλο», που λέει κι ο λαός! Να κουραστείς, να τρέξεις, να χάσεις ύπνο… Γιατί ένα βιβλίο δεν γράφεται έτσι απλά. Θέλει πολλή μελέτη, μεγάλη οργάνωση, ταξινόμηση, κ.ο.κ. Βλέπω τα τελευταία χρόνια πως βγαίνουν ορισμένοι και μουτζουρώνοντας πέντε γραμμές θέλουν να λέγονται -και με κεφαλαία γράμματα!- συγγραφείς. Αυτό είναι υποκλοπή της λέξης από ανθρώπους που είναι τελείως άσχετοι! Πρέπει να μοχθήσεις κι αν αξίζεις η αναγνώριση θα έρθει από τον κόσμο.

– Ο στόχος της προσπάθειάς σας είναι να διασωθεί «ένας κόσμος που χάνεται»;
Ναι, να διασωθεί όσο αυτό είναι δυνατόν. Κι αυτό είναι πάρα πάρα πολύ δύσκολο. Όλα τα αντικείμενα που βλέπεις στη συλλογή μού έχουν στοιχίσει αρκετά. Ήταν, όμως, η αγάπη μου εκείνη που με ωθούσε να τα συγκεντρώσω. Να τρέξουμε, να ψάξουμε, να βρούμε, να καθαρίσουμε, να επισκευάσουμε, να επιδιορθώσουμε, να ταξινομήσουμε κ.τ.λ.… Τα χέρια μου έχουν κοπεί απ’ το να καθαρίζω τεντζερέδια και τηγάνια… Και τώρα αν μας πεις κάποιος ότι στην κορφή του Ταϋγέτου υπάρχει ένα σπάνιο αντικείμενο που δεν το έχω, θα κάνω το παν για να πάω να το πάρω!
   Δεν είναι όλα τα αντικείμενα δικά μας. Έχει γίνει προσπάθεια συλλογής των για αρκετά χρόνια. Έχουμε αγοράσει ή και μας έχουν δώσει ή χαρίσει αντικείμενα. Ψάχναμε μέχρι και δίπλα στους κάδους˙ πεταμένα στα σκουπίδια. Με είχαν δει, μάλιστα, και κάποιοι συγχωριανοί μου, και νόμιζαν πως αντιμετωπίζω προβλήματα οικονομικά. Αργότερα, αντιλήφθηκαν την προσπάθεια που έκανα. Ότι μάζευα, δηλαδή, πράγματα ασήμαντα για τον πολύ κόσμο, αλλά σημαντικά για εμένα, την παράδοση, τη λαογραφία και για όσους ενδιαφέρονται για την διάδοσή τους.
   Πρόθεσή μας είναι να δώσουμε στους μικρούς την ευκαιρία να μάθουν και στους μεγάλους να θυμηθούν. Και αυτή μας η πρόθεση έχει δικαιωθεί από τη συχνότητα και την ποιότητα των μέχρι τώρα επισκέψεων.

– Βλέπουμε πως σχολεία της περιοχής μας πραγματοποιούν συχνά εκπαιδευτικές επισκέψεις στο μουσείο σας. Ποιες είναι οι εντυπώσεις και οι ερωτήσεις των μαθητών ερχόμενοι σε επαφή με «άγνωστα» αντικείμενα;
Οι επισκέψεις σχολείων είναι πολλές, κυρίως από τα δημοτικά σχολεία. Τα παιδιά βλέπουν αντικείμενα που τους κεντρίζουν το ενδιαφέρον και με ρωτούν «τι είναι αυτό παππού» ή «πως το χρησιμοποιούσαν;». Τους μιλάω για τη ζωή των ανθρώπων τα παλιά τα χρόνια, τους εξηγώ πως χρησιμοποιούνταν όλα τα αντικείμενα που βλέπουν και παράλληλα τους δείχνω. Απαντάω με υπομονή στις ερωτήσεις τους γιατί δεν έχουν προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Έτσι, πρέπει να αρχίσω να τους εξηγώ από το «Α». Είναι, βέβαια, δύσκολο αυτό γιατί πλέον έχω μεγαλώσει, αλλά έχω υπομονή. Και τα παιδιά με ανταμείβουν με τον καλύτερο τρόπο˙ αν με δουν καμιά φορά έξω με χαιρετάνε και λένε «ο παππούς ο Σπύρος»! Μια φορά είχαν έρθει κάποιες τάξεις του 5ου Δημοτικού Σχολείου Σπάρτης. Ξεναγήσαμε με τη σύζυγό μου τα παιδιά, τους προσφέραμε κέρασμα, πορτοκαλάδες και ζαχαρωτά – όπως συνηθίζουμε – και τα ενημερώσαμε με υπομονή και επίγνωση του πράγματος. Μετά από μερικές ημέρες πήγα στο σχολείο έχοντας προγραμματίσει κάποια συνάντηση με τον Διευθυντή. Είχε χτυπήσει το κουδούνι για διάλλειμα και, με το που άνοιξε η πόρτα, ένα σμήνος παιδιών έπεσε επάνω μου, τόσο που δεν μπορούσα να περπατήσω. «Γεια σου παππού Σπύρο», μου φώναζαν. Αυτές είναι οι καλύτερες αναγνωρίσει κι ανταμοιβές για μένα. Όπως και του καθηγητικού μου έργου οι ανταμοιβές είναι οι αναγνωρίσεις των μαθητών μου.

– Οι δικοί σας, παλιοί μαθητές τί σας λένε όταν σας συναντούν στο δρόμο για τις δράσεις που έχετε αναπτύξει;
Αρκετοί έρχονται κι επισκέπτονται τα «Λαογραφικά Εκθέματα», είτε μεμονωμένα, είτε με μικρές παρεούλες. Σήμερα, αναγνωρίζουν την προσφορά μου, παρά το γεγονός πως σαν μαθητές θεωρούσαν πως ήμουν στριφνός και αυστηρός. Ήμουν όμως πάντα δίκαιος. Στο βιβλίο επισκεπτών του μουσείου κάποιοι έχουν γράψει διάφορες κρίσεις κι απόψεις, κυρίως για την επιμονή και την υπομονή μου στο λαογραφικό έργο που επιτελώ.

– Εκτός από σχολεία και κάποιους μεμονωμένους επισκέπτες έχουν υπάρξει άλλες οργανωμένες επισκέψεις;
Πλην των σχολείων, μας έχουν επισκεφτεί οργανωμένα το Δημοτικό Συμβούλιο Μυστρά παλιότερα και πιο πρόσφατα η Ένωση Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας. Άλλος φορέας ή παράγοντας από την πόλη μας ή την περιοχή μας δεν έχει εμφανιστεί. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που παρακαλώ. «Όποιος θέλει να φιλήσει», έλεγε η μάνα μου, «ξέρει που είναι το μάγουλο»! Ο χώρος αυτός δεν είναι επιπόλαιος και τυχαίος, έχει μέσα ιδρώτα και κόπο και τρεξίματα. Θα ήθελα, όμως, οι τοπικοί άρχοντες να τον λάβουν υπόψη τους, γιατί αποτελεί κι αυτός μια πολιτιστική εστία. Δυστυχώς, δεν τον γνωρίζουν αρκετοί. Κάποτε ρώτησε κάποιος από την Θεσσαλονίκη «που βρίσκεται το λαογραφικό μουσείο του Παπαδόγιαννη στη Μαγούλα;» και η απάντηση που έλαβε ήταν «δεν ξέρουμε. Μήπως εννοείται την Μαγούλα της Αττικής;»!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

– Πόσο καιρό κάνατε να συγκεντρώσετε όλα αυτά τα εκθέματα και από πού προέρχονται;
Περίπου πέντε χρόνια πέρασαν από την στιγμή που ξεκινήσαμε να μαζεύουμε λαογραφικό υλικό μέχρι την στιγμή που ανοίξαμε την πόρτα της συλλογής και δεχθήκαμε τους πρώτους επισκέπτες. Από το 2002 λειτουργούν τα «Λαογραφικά Εκθέματα» και λίγα χρόνια αργότερα (σ.σ. 2005) πήραμε κι έγκριση από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η οποία επιτρέπει τις επισκέψεις των μαθητών. Υπήρξαν οι σχετικές αποφάσεις που επιτρέπουν σε σχολεία Α/θμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης να επισκέπτονται το χώρο, χωρίς τις οποίες δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν επισκέψεις. (Υπάρχει σχετική έγκριση από το ΥΠΕΠΘ και για το πρώτο μου βιβλίο, το οποίο επιτρέπεται να βρίσκεται στις σχολικές βιβλιοθήκες). Από το 2010 το μουσείο λειτουργεί ακόμα πιο υπεύθυνα και πιο οργανωμένα.
   Για τα αντικείμενα που με ρώτησες, πολλά από αυτά ήταν δικά μας, κι άλλα μας τα προσέφεραν. Θυμάμαι, παραδείγματος χάρη, ο Δημητράκης Καψάλης από τη Μαγούλα, όταν έμαθε ότι συγκεντρώνω παλιά αντικείμενα, βλέποντάς με στο δρόμο μου είπε να πάω από το σπίτι του για να μου δώσει κι εκείνος κάποια πράγματα. Όταν πήγα με την Τασία, άνοιξε διάπλατα το κατώι του και μας είπε: «ό,τι θέλετε πάρτε!». Ο κόσμος μου άνοιγε την πόρτα του γιατί μου είχε εμπιστοσύνη και ήξερε πως δεν θα τα εμπορευτώ, αλλά θα δημιουργήσω κάτι καλό για την περιοχή. Υπήρξαν, βέβαια, και κάποιοι που είπαν πως «κάποια στιγμή θα τα πουλήσετε και θα τα οικονομήσετε». Όμως, δεν είναι έτσι. Ούτε μία καρφίτσα δεν βγαίνει από το μουσείο μας! Μάλιστα, με είχε προσεγγίσει και κάποιος δημοτικός σύμβουλος πριν από χρόνια, ζητώντας μου να παραχωρήσω και να προσφέρω στο Δήμο Σπάρτης κάποια αντικείμενα για το «Μανουσάκειο Μουσείο» που ετοίμαζαν. Του είπα ευγενικά ότι από το κατώι το δικό μου δεν βγαίνει ούτε μια καρφίτσα. Του λέω: «έχω παιδιά κι εγγόνια που τους αρέσει όλο αυτό που έχουμε δημιουργήσει και, όταν εγώ δεν θα μπορώ, θα ασχοληθούν εκείνα». Τα παιδιά μου έχουν την ίδια αγάπη. Δηλαδή, έτσι και βρούνε κάτι παραπεταμένο θα μας το φέρουν, ή και τα εγγόνια μας δείχνουν το ίδιο ενδιαφέρον.
   Έχω, επίσης, συγκεντρώσει πολλές παλιές φωτογραφίες, αντίγραφα ή αυθεντικές. Δεν είναι μόνο αυτές που βλέπει κανείς στους τοίχους κορνιζαρισμένες, είναι και πολλές άλλες σε άλμπουμ. Όχι μόνο από τη ζωή του χωριού, αλλά γενικότερα συγκέντρωνα φωτογραφίες εποχής από όπου τις εύρισκα. Μελετώντας τες κανείς μπορεί να βγάλει διάφορα συμπεράσματα˙ να δει τον τρόπο που ντύνονταν παλιότερα, τις διάφορες εκφάνσεις της ζωής κατά τις οποίες έβγαζαν φωτογραφίες, τον τρόπο που στήνονταν για να φωτογραφηθούν και άλλα πολλά…

– Ποιο αντικείμενο αποτελεί το θεμέλιο λίθο της Συλλογής; Ποιο είναι το παλαιότερο χρονολογικά και ποιο προστέθηκε τελευταίο;
Ένας αργαλειός ήταν το πρώτο αντικείμενο της συλλογής. Είχαμε στην αποθήκη το στατικό μέρος του˙ όχι, όμως, τα στημόνια και τα υφάδια. Ήταν μόνο τα πόδια και κάποια εξαρτήματα. Δυο συγγενείς μας, του Μενέλαου Τραγά η γυναίκα, και του Αργύρη Μπαρέλου η γυναίκα ήξεραν πώς να ιδιάζουν πανί, δηλαδή πώς να απλώνουν την κλωστή που τυλίγουμε στο καλαμποκάνι, πώς να φτιάξουν μιτάρια, κ.τ.λ. Έτσι, έφτιαξαν τον αργαλειό λειτουργικό. Δεν μπορώ να χρονολογήσω τα αντικείμενα. Το παλιότερο χρονολογικά αντικείμενο ίσως είναι μία γραφομηχανή που δεν έχει τα πλήκτρα κάτω, τα έχει ψηλά. Ήταν η πρώτη πρώτη που κυκλοφόρησε. Και το τελευταίο αντικείμενο που μπήκε στα εκθέματα ήταν ένα πολύφωτο, το οποίο βρήκαν κι έφεραν τα εγγόνια μας. Τώρα, εκείνο που ψάχνουμε να βρούμε είναι ένα γραμμόφωνο με χωνί…

– Η επιστροφή στις ρίζες μας μπορεί να μας απαγκιστρώσει από τα σημάδια φθοράς και παρακμής που παρουσιάζει η σημερινή κοινωνία;
Ναι! Η επιστροφή στις ρίζες μας μπορεί να μας κρατήσει «ζωντανούς». Και σίγουρα η λαογραφία αποτελεί ένα μέσο. Πρέπει να γνωρίζουμε πως είμαστε ένας ιδιαίτερος λαός στον ευρωπαϊκό χώρο. Να μην αφομοιωθούμε και γίνουμε ένα, όπως προσπαθούν να μας κάνουν τα τελευταία χρόνια οι Ευρωπαίοι – οι εταίροι μας – οι οποίοι μας έχουν ανέβει στο κεφάλι. Ο Ηρόδοτος έλεγε ότι τα χαρακτηριστικά ενός έθνους που το κρατάνε δεμένο είναι τέσσερα: το όμναιμον (δηλαδή το ίδιο αίμα), το ομόγλωσσον (δηλαδή η ίδια γλώσσα), το ομόθρησκον (δηλαδή η ίδια θρησκεία) και το ομότροπον (δηλαδή ίδιες συνήθειες, τα ίδια ήθη κι έθιμα). Αυτά είναι τα συνεκτικά στοιχεία ενός λαού κι ενός έθνους. Δυστυχώς, έχουμε γίνει ξέφραγο αμπέλι. Βλέπω π.χ. πολλούς νεολογισμούς στη γλώσσα. Καινούργιες λέξεις, που δεν έχουν καμία σχέση με την Ελληνική, μπαίνουν συνεχώς στο λεξιλόγιό μας. Αυτά όλα είναι σαράκια που τρώνε το ξύλο του έθνους μας. Τι να πω;

– Το μουσείο φέρει την επωνυμία «Λαογραφικά Εκθέματα Σπύρου και Τασίας Παπαδόγιαννη»…
Η σύζυγός μου υπήρξε διαρκής συνοδοιπόρος και στήριγμα στην προσπάθειά μου. Ήταν και είναι αρωγός και παραστάτης στο έργο της λαογραφικής συλλογής. Πολλές φορές ήταν εκείνη που πήγαινε στα σπίτια όπου είχαμε εντοπίσει κάτι που ήταν παρατημένο ή μισοπεταμένο και το ζητούσε. Είναι οικογενειακή προσπάθεια αυτή η συλλογή. Όχι μόνο η Τασία, αλλά και τα παιδιά και τα εγγόνια μας έχουν συνεισφέρει. Γι αυτό πολλές φορές όταν με ρωτούν απαντώ σε α’ πληθυντικό!

– Ποια είναι τα ωράρια λειτουργίας για κάποιον που ενδιαφέρεται να επισκεφτεί το μουσείο σας και ποια τα στοιχεία επικοινωνίας;
Τα «Λαογραφικά Εκθέματα», για όσους δεν το γνωρίζουν, βρίσκονται στη Μαγούλα Σπάρτης (συνοικία Κουσουλιάνικο). Όποιος θέλει να τα επισκεφτεί μπορεί να έρθει κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης, για να είμαστε εδώ και να τον ξεναγήσουμε. Τα τηλέφωνα επικοινωνίας είναι: 27310 22268 και 6945488849. Η είσοδος είναι δωρεάν. Διότι, ας σημειωθεί, ότι όχι μόνο δεν εισέπραξα ούτε ένα ευρώ από τους επισκέπτες, αλλά ούτε τόλμησα να το διανοηθώ. Όλο αυτό είναι κοινωνική προσφορά καλής προαιρέσεως.

– Τι να περιμένουμε από εσάς στο άμεσο μέλλον;
Τώρα έχω κουραστεί και δεν γράφω πια. Όμως, όπως είπα και νωρίτερα, στόχος είναι – όταν κι εάν βρεθούν τα χρήματα – να εκδοθούν τα βιβλία που έχουν γραφτεί…

– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

*Ο κ. Σπύρος Παπαδόγιαννης αντί επιλόγου σηκώθηκε, κατευθύνθηκε προς το γραμμόφωνο που ήταν κοντά του και, ακουμπώντας τη βελόνα πάνω στο βινύλιο, μου αφιέρωσε ένα δημοτικό τραγούδι. Και κάπου ανάμεσα στον ήχο του τραγουδιού και τα παράσιτα του πικ-απ η συζήτησή μας έφτασε σιγά σιγά κι αρμονικά στο τέλος της…

20160126_180537

Υ.Γ.: Κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας κατέβηκε στο ισόγειο η κ. Τασία φέρνοντάς μας γλυκό κέρασμα. Κάθισε μαζί μας και συμμετείχε στη συζήτηση. Ο φωτογράφος είχε αποχωρήσει κι έτσι απαθανάτισα από το κινητό μου τηλέφωνο το ζεύγος Παπαδόγιαννη στο τραπέζι όπου κουβεντιάζαμε…

Σταύρος Σταυρόπουλος

20151025-GKL_1293Συνέντευξη στο
Νίκο Ι. Καρμοίρη
φωτογραφίες συνέντευξης:
Γιάννης Γκλέκας

Είναι ένας άνθρωπος νέος, δραστήριος, με αγάπη για τον αθλητισμό και το τρέξιμο και με έντονο ενδιαφέρον για τα κοινά. Το 2014 συμμετείχε και τερμάτισε στο Σπάρταθλον, ολοκληρώνοντας τον σπουδαίο προσωπικό του στόχο: να αγγίξει το πόδι του Λεωνίδα, έχοντας διανύσει την απόσταση Αθήνα-Σπάρτη!

Το 2015, μαζί με άλλους συναθλητές του, δημιούργησαν το δρομικό σύλλογο «Σπαρτιάτες Δρομείς», του οποίου διατελεί Πρόεδρος, φέρνοντας νέα ήθη στο δρομικό αθλητισμό.

Ο λόγος για τον Σπαρταθλητή Σταύρο Σταυρόπουλο, με τον οποίο συναντηθήκαμε και συνομιλήσαμε λίγο πριν τη βραδινή του προπόνηση στο Δημοτικό Στάδιο Σπάρτης, περπατώντας στο στίβο και καταλήγοντας μπροστά από το άγαλμα του Σπαρτιάτη Βασιλιά.

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος μιλάει στα «ΠΡΟΣΩΠΑ δίπλα μας…» για το τρέξιμο, το Σπάρταθλον και τους «Σπαρτιάτες Δρομείς» – εντός κι εκτός εισαγωγικών, δίνοντάς μας πληροφορίες και για τον ίδιο.

Φορέστε τα αθλητικά σας παπούτσια και φύγαμε…

– Από πού προέκυψε η ανάγκη της δημιουργίας του δρομικού συλλόγου των «Σπαρτιατών Δρομέων»;
Υπήρχε μία ομάδα ανθρώπων στη Σπάρτη που ασχολείτο πάρα πολλές ώρες με το τρέξιμο αφιερώνοντας χρόνο, μόχθο και κόπο. Άρχισαν σιγά σιγά να δημιουργούνται δεσμοί μεταξύ αυτών των αθλητών. Ο ένας βοηθούσε τον άλλο και μέσα από αυτή τη διαδικασία δημιουργήθηκαν κάποιες δυνατές φιλίες, έχοντας ως κοινό στοιχείο την αγάπη τους για το τρέξιμο. Το τρέξιμο είναι μοναχικό σαν άθλημα και η ανάγκη να το εξελίξουμε και το προκρίνουμε σε ομαδικό ήταν μια πρώτη ιδέα. Δημιουργήθηκε η ανάγκη να εντάξουμε ένα μοναχικό άθλημα σε μια συλλογικότητα, καθώς πάντα ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να εντάσσεται κάπου και να μην είναι μόνος του. Επίσης, τρέχαμε σε αγώνες 10 άνθρωποι από την περιοχή, αλλά συμμετείχαμε ο καθένας μόνος του. Θέλαμε μία κοινή σημαία για να φανεί και η δυναμική του δρομικού αθλητισμού στην περιοχή μας. Στην πορεία συσσωρεύτηκε πάρα πολλή γνώση και εμπειρία σχετικά με το τρέξιμο και υπήρξε ένας πυρήνας αθλητών που ένοιωσε την ανάγκη να μεταδώσει και να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις και τα βιώματά του σε καινούργιους ανθρώπους που θα ήθελαν να ασχοληθούν με αυτό το άθλημα. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά στηρίχθηκε η ιδέα από την οποία προέκυψε η δημιουργία των «Σπαρτιατών Δρομέων».

– Γιατί «Σπαρτιάτες Δρομείς» το όνομά σας;
Τί άλλο θα μπορούσε να είναι; Νομίζω ότι ήταν το ιδανικό. Ο πρώτος που χρησιμοποίησε το «Spartan Runner» όταν έτρεχε ήταν ο Γιάννης Δημόπουλος. Κάναμε κάποια μικρή δημοσκόπηση πριν ιδρύσουμε το σύλλογο αναζητώντας κάποια ονόματα, αλλά αγαπήθηκε με τη μία το «Σπαρτιάτες Δρομείς». Είναι εμπνευσμένο, έχει ιστορικό υπόβαθρο και πιστεύω ότι ένας αθλητής που τρέχει και έχει επάνω στη φανέλα του και κατ’ επέκταση στο μυαλό του την έννοια «Σπαρτιάτες Δρομείς» είναι επιπλέον κίνητρο να τρέξει καλύτερα. Εγώ πολλές φορές όταν τρέχω κι αντιμετωπίζω δύσκολες καταστάσεις φαντάζομαι ότι είμαι ένας σπαρτιάτης πολεμιστής. Για να ανταπεξέλθω, λοιπόν, στις δυσκολίες νοιώθω μέσα μου ότι, όπως ο Σπαρτιάτης δεν φοβόταν το θάνατο και ορμούσε στον εχθρό, έτσι κι εγώ πρέπει να αντιμετωπίσω τον πόνο και τις δυσκολίες χρησιμοποιώντας αυτό το όνομα. Πέραν του γεγονότος πως είναι εμπνευσμένο, είναι και ένα δυνατό brand name, που θα βοηθήσει πάρα πολύ το σύλλογο να γίνει πιο γρήγορα γνωστός. Οι Σπαρτιάτες δρομείς πρίν την ίδρυση του συλλόγου ήταν αρκετά γνωστοί γιατί έχουμε αρχίσει να δημιουργούμε παράδοση στις υπεραποστάσεις στη Σπάρτη. Έτσι, σε συνδυασμό με αυτό, το όνομα θα συμβάλει ακόμη περισσότερο ώστε ο σύλλογος να γίνει πιο γνωστός και να κερδίσει κάποια πράγματα μέσα από αυτό.

– Ποιοι είναι οι στόχοι που έχετε θέσει;
Δημιουργούνται καθημερινά κάποιοι στόχοι. Πρώτος στόχος είναι να προσελκύσουμε καινούργιους ανθρώπους να ενταχθούνε στον αθλητισμό, έστω και μέσα από το τρέξιμο. Θεωρώ ότι κυρίως τα παιδιά είναι εκείνα που πρέπει να παρακινήσουμε. Έτσι κατά καιρούς έχουν γίνει κάποιες ομιλίες από τους Σπαρταθλητές, που έχουν πάει κι έχουν μιλήσει στα παιδιά, βρίσκοντας μεγάλη ανταπόκριση. Ένας άλλος στόχος είναι να μεταφέρουμε τις γνώσεις και τις εμπειρίες μας στους νεότερους αθλητές. Και να είμαστε αρωγοί στην προσπάθεια των νέων που έχουν ξεκινήσει την ενασχόλησή τους με το τρέξιμο όχι μόνο μέσα από το παράδειγμά μας, αλλά και με υλικό τρόπο. Θέλουμε, επίσης, μέσα από συλλογικές δράσεις να κάνουμε πράγματα μαζί, πράγματα που θα εξελίξουν και την πόλη μας και εμάς τους ίδιους τους δρομείς. Μέσα στους στόχους που έχουμε θέσει είναι να οργανώσουμε σαν «Σπαρτιάτες Δρομείς» κάποιους αγώνες τόσο στην πόλη όσο και στην γύρω περιοχή, συμβάλλοντας μεταξύ άλλων και στην αύξηση του τουριστικού προϊόντος της Σπάρτης, καθώς ο δρομικός αθλητισμός περνάει μεγάλη άνθιση τα τελευταία χρόνια. Σύντομα, η πρώτη μεγάλη κίνησή μας θα είναι η διοργάνωση μίας αθλητικής ημερίδας φέρνοντας κάποιους προπονητές που γνωρίζουν καλά το αντικείμενο να μιλήσουν στους νέους δρομείς, ώστε να τους βοηθήσουν βελτιωθούν στο τρέξιμό τους και να επιτύχουν τους στόχους τους.

– Παρατηρείται πως τα τελευταία χρόνια αυξάνεται η δημοτικότητα του δρομικού αθλητισμού. Είναι έτσι και γιατί πιστεύεις ότι συμβαίνει αυτό;
Πράγματι! Και για να καταλάβεις τι συμβαίνει θα σου πω πως στατιστικά το 2006 έτρεξαν σε λαϊκούς αγώνες γύρω στα 4.000 άτομα˙ σήμερα το 2015 έχουν ήδη τρέξει περίπου 40.000 άτομα! Υπάρχει ραγδαία αύξηση και η Ελλάδα είναι μέσα στις χώρες που βιώνει τα μεγαλύτερα ποσοστά αύξησης όσον αφορά το δρομικό κίνημα. Το τρέξιμο είναι το πιο απλό άθλημα. Φοράς ένα ζευγάρι παπούτσια και μια φόρμα, ανοίγεις την πόρτα και βγαίνεις έξω οπουδήποτε και τρέχεις. Άρα, λοιπόν, είναι πάρα πολύ απλό. Δεν χρειάζεται να καλλιεργήσεις κάποια δεξιότητα, ο καθένας μπορεί να το κάνει. Συνάμα τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει κάποιος από το τρέξιμο είναι πάρα πολλά. Αποκτά ευεξία και το τρέξιμο συμβάλει στην βελτίωση της υγείας και στη διαχείριση του άγχους, της πίεσης, της καθημερινότητας και της ρουτίνας. Είναι εύκολο στην εφαρμογή και με πολλαπλά οφέλη. Είναι μια εύκολη επιλογή άθλησης. Και ειδικά τώρα που ο κόσμος έχει επηρεαστεί από την κρίση προσπαθεί να βρει μια διέξοδο σε ένα οικονομικό και εύκολο άθλημα για να ξεφύγει από όλα αυτά τα προβλήματα που τον απασχολούν.

– Έχεις συμμετάσχει και τερματίσει στο Σπάρταθλον. Ποια ήταν τα συναισθήματά σου συμμετέχοντας σε αυτόν τον υπερμαραθώνιο;
Η διαδικασία του Σπαρτάθλου νομίζω ότι χωρίζεται σε τρία μέρη: το πριν, ο ίδιος ο αγώνας και το μετά. Κάθε μέρος έχει τα δικά του συναισθήματα και τις δικές του εμπειρίες. Από τη στιγμή που παίρνεις απόφαση να συμμετάσχεις σε έναν τέτοιο αγώνα κάθε μέρα βιώνεις έντονα συναισθήματα. Η προπόνηση είναι πάρα πολύ δύσκολη και αφιερώνεις πάρα πολλές ώρες προπονήσεων, πράγμα που συνεπάγεται κόπο και θυσίες. Η καθημερινότητά σου είναι γύρω από αυτό. Πρέπει να μένεις προσηλωμένες σε όλη αυτή τη διαδικασία κι έτσι τα συναισθήματα είναι έντονα όταν καταφέρεις και ξεπερνάς διάφορα προβλήματα που προκύπτουν. Για παράδειγμα, όταν βγάλεις μια δύσκολη προπόνηση νοιώθεις ικανοποίηση και εφορεία και ένα βήμα ακόμα πιο κοντά στο στόχο. Ο στόχος στο Σπάρταθλον είναι πάντα να αγγίξεις το πόδι του Λεωνίδα. Όταν πήγαινα για προπόνηση στο γήπεδο, για να ενισχύσω την ανάγκη μου να αγγίξω στον τερματισμό μου το πόδι του Λεωνίδα, δεν κοίταγα το άγαλμα. Δεν πέρναγα από κοντά του ή κατέβαζα χαμηλά του κεφάλι για να κάνω πιο έντονη την ανάγκη όταν θα τρέχω στον αγώνα να πλησιάσω και να το αγγίξω! Επίσης, βιώνεις έντονα τον κόσμο. Ο κόσμος είναι πάρα πολύ θετικός στην προσπάθειά σου κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του αγώνα. Σε βοηθάει πάρα πολύ όταν σου λέει θετικά σχόλια κι είναι ζεστός απέναντί σου. Προφανώς, αντιλαμβάνεται αυτό που περνάς και σε βοηθάει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
     Κατά τη διάρκεια του αγώνα τα συναισθήματα είναι πάρα πολύ έντονα. Θεωρώ ότι οι υπεραποστάσεις είναι ένα ταξίδι συνάντησης με την ψυχή σου. Πραγματικά, πρέπει να ξεπεράσεις το σώμα σου για να καταφέρεις να συνεχίσεις και να επικαλεστείς άλλες δυνάμεις. Θεωρώ, λοιπόν ότι η ψυχική δύναμη είναι αυτή που σε βοηθάει να ολοκληρώσεις τον αγώνα. Το Σπάρταθλον είναι ένα πέρασμα από το σώμα στο μυαλό και τελικά στην ψυχή!
     Όταν έφτασα στη Σπάρτη τα συναισθήματα ήταν πάρα πολύ πιο έντονα, γιατί από τα τελευταία χιλιόμετρα όλη η πόλη είχε βγει στους δρόμους να μας υποδεχθεί. Εγώ είχα έναν παραπάνω λόγο να έχω έντονα συναισθήματα γιατί τερμάτισα μαζί με το φίλο μου τον Τάσο (σ.σ. Τσουλόγιαννης), με τον οποίο είχαμε κάνει μαζί προπονήσεις και, πολλές φορές κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας μας, είχαμε οραματιστεί ότι θα υπήρχε περίπτωση να τερματίσουμε μαζί. Η πόλη μας περίμενε μέσα στα καλύτερά της και ο τερματισμός ήταν φοβερός. Συγκινήθηκα πάρα πολύ όταν άκουσα το πλήθος να ψάλλει τον Εθνικό Ύμνο˙ δεν ξέρω πως ξεκίνησε η ιδέα. Όλος ο κόσμος ζούσε αυτόν τον συναισθηματισμό, για τον οποίον ακόμα και μετά τον αγώνα με σταματούσαν διάφοροι συμπολίτες μας και μου έλεγαν πως δεν μπορούσαν καταλάβουν γιατί όταν τερματίζαμε έκλαιγαν κι εκείνοι! Ήταν φοβερό να σου λέει ο κόσμος αυτό το πράγμα!
     Τα συναισθήματα όλων και για εμάς και για την πόλη ήταν πάρα πολύ έντονα και θεωρώ πως ένας στόχος του συλλόγου μας, αλλά και ένα δικό μου όραμα, είναι να δημιουργήσουμε και να γεννήσουμε νέους Σπαρταθλητές. Θεωρώ ότι κάθε χρόνο η Σπάρτη θα πρέπει να περιμένει το Σπαρταθλητή της!

– Οι «Σπαρτιάτες Δρομείς» έχουν μέλη 4 Σπαρταθλητές. Ποιος είναι ο ρόλος σας μέσα στην ομάδα;
Οι Σπαρταθλητές πρέπει να είναι οδηγοί στο σύλλογο. Πρέπει να είναι παρακινητές και να είναι εκείνοι που θα αποτελέσουν τα πρότυπα για τα υπόλοιπα μέλη. Κι όχι μόνο όσον αφορά το θέμα της προσπάθειας, των επιδόσεων και της συμμετοχής σε αγώνες. Αυτά είναι δευτερεύοντα. Οι Σπαρταθλητές πρέπει να αποτελέσουν πρότυπα σε θέματα αξιών και ήθους και να είναι αυτοί που θα εμπνεύσουν τους υπολοίπους για να γίνουν κι εκείνοι Σπαρταθλητές. Τα υψηλά ιδανικά του Συλλόγου μας νομίζω θα πρέπει να ξεκινήσουν από τους Σπαρταθλητές μας.

– Συζητώντας μου είχες πει πως η ίδρυση και η ενασχόληση με τους «Σπαρτιάτες Δρομείς» σας έχει γεμίσει με ευθύνη. Που θεωρείς ότι οφείλεται αυτό;
Από την ίδρυση του Συλλόγου ο κόσμος μας έδειξε εμπιστοσύνη. Ήρθαν πολλοί και γράφτηκαν μέλη, εντάχθηκαν μέσα στα πλαίσια του συλλόγου μας και μας εμπιστεύτηκαν τα όνειρά τους, τις προσδοκίες και τους στόχους τους τόσο σε σχέση με το τρέξιμο, όσο και πέρα από αυτό. Δώσαμε την ευκαιρία στον κόσμο να στηρίξει όλα αυτά επάνω μας, δίνοντάς μας με τη σειρά του την ευκαιρία να γίνουμε πιο δυνατοί αποκτώντας ισχυρότερη φωνή. Παράλληλα, είχαμε την ευκαιρία να αναζητήσουμε και να ανακαλύψουμε τις δυνατότητες που έχουμε κι εμείς σαν δρομείς, ώστε να βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους να πετύχουν όλα όσα έχουν εναποθέσει πάνω στις πλάτες μας. Νομίζω, λοιπόν, ότι είμαστε υπεύθυνοι απέναντί τους και οφείλουμε να προσπαθήσουμε με όλους τους τρόπους να υλοποιήσουμε έστω κι ένα μικρό μέρος των προσδοκιών τους.

– Πες μου μια ιστορία που σου έκανε εντύπωση ή σε συγκίνησε όσο ασχολείσαι με το Σύλλογο.
Δεν θα σου πω μόνο μία! Υπάρχουν κάποιες που έχουν σχέση με το σύλλογο και κάποιες που δεν έχουν, αλλά νομίζω ότι όλες είναι σημαντικές.
     Όταν είχα πάει μετά το Σπάρταθλον και μίλησα σε κάποια μικρά παιδία, κατά μέσο όρο 10 χρονών, για να τους πω κάποια πράγματα σχετικά με τον αγώνα, μεταξύ των άλλων τους είχα πει ότι πρέπει τους στόχους και τα όνειρά τους να τα γράφουν σε ένα χαρτί και να τα κολλάνε στο δωμάτιο τους, ώστε τους να τα βλέπουν κάθε μέρα για να θυμούνται ότι αυτό θέλουν να πετύχουν. Και το ωραίο ήταν ότι μου έστειλαν μια φωτογραφία από ένα κοριτσάκι που είχε γράψει σε ένα χαρτάκι ότι το 2034 είχε βάλει στόχο να τρέξει στο Σπάρταθλον. Ήταν πολύ συγκινητικό! Είναι σημαντικό να παρακινούμε τα παιδιά να θέτουν τέτοιους μεγάλους ιδανικούς στόχους.
     Σχετικά με το σύλλογο μου έχει κάνει φοβερή εντύπωση ότι κατευθείαν ο κόσμος μας αγκάλιασε όταν αναγγείλαμε την ίδρυση των «Σπαρτιατών Δρομέων» και υπήρξαν αρκετοί που έτρεξαν να γραφτούν στο σωματείο μας. Αυτή η στήριξη ήταν πολύ σημαντική για εμάς γιατί το εγχείρημα που ξεκινήσαμε και προσπαθούσαμε να θέσουμε τις βάσεις έτυχε ανταπόκρισης από τον κόσμο.
     Επίσης, πριν λίγες μέρες στήσαμε για τον αγώνα του «Δρόμου Αθανάτων» έναν υποστηρικτικό σταθμό στη Σπάρτη για τους αθλητές δίπλα στο άγαλμα του Λεωνίδα. Αυτό που μου προκάλεσε συγκίνηση ήταν πως για να στηθεί ο σταθμός έτρεξαν κάποιοι άνθρωποι προσφέροντας ανιδιοτελώς την βοήθειά τους. Μάλιστα, από κάποιους ανθρώπους ήρθε τόσο εύκολα η βοήθεια, δείχνοντας όρεξη να εργαστούν ομαδικά, γεγονός που αναπτέρωσε την ελπίδα μου ότι όταν είμαστε ενωμένοι και αποφασίσουμε να δουλέψουμε ομαδικά μπορούμε να καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε οποιοδήποτε πρόβλημα μας προκύπτει. Πρέπει να παίρνουμε τις καταστάσεις στα χέρια μας και έτσι μπορούμε να ανταπεξέλθουμε και να λύσουμε το κάθε πρόβλημα. Μην περιμένουμε άλλους να τα λύσουν για εμάς!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

– Παρατηρείται πως ενώ ο δρομικός αθλητισμός κρύβει στοιχεία μοναχικότητας, κατά τη διάρκεια των αγώνων, πριν ή και μετά υπάρχει ένα κλίμα εφορείας και αλληλεγγύης μεταξύ των αθλητών, δηλαδή στοιχεία ομαδικότητας. Συχνά δημιουργούνται και αρκετές φιλίες… Που θεωρείς ότι οφείλεται αυτό το φαινόμενο;
Το νούμερο ένα είναι η κοινή αγάπη για το τρέξιμο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Θεωρώ ότι ο ένας μπορεί να καταλάβει εύκολα τον άλλο όσον αφορά την προσπάθεια και τον κόπο που καταβάλουν και τις θυσίες που όλοι αυτοί οι δρομείς κάνουν για να πετύχουν κάποιους στόχους. Όλα αυτά τα αναγνωρίζει ο ένας στο πρόσωπο του άλλου. Σε πολλούς αγώνες οι αθλητές καταθέτουν την ψυχή τους επάνω στον αγώνα. Ο ένας βοηθάει τον άλλο και υπάρχει πάντα αλληλεγγύη. Έτσι δημιουργούνται κάποιες φιλίες. Υπάρχουν κοινά στοιχεία, κοινά συναισθήματα και κοινές προσπάθειες που δημιουργούν δεσμούς μεταξύ των αθλητών ακόμη κι αν δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Εγώ πολλές φορές κάνω προπόνηση μόνος μου κι αναρωτιέμαι πόσοι δρομείς τρέχουνε εκείνη τη στιγμή και τους σκέφτομαι. Γενικά, σίγουρα πάνω στον αγώνα ο ένας βοηθάει τον άλλον ακόμα και με την σκέψη του! Όλα αυτά δημιουργούν τους δεσμούς.

– Παρά την ατομικότητα του αθλήματος, πριν ακόμα την δημιουργία του συλλόγου σας, λειτουργούσατε με πολλούς από τους συναθλητές σαν ομάδα. Πες μας για αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό σας.
Υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν είναι δρομέας, αλλά συμμετέχει κάθε χρόνο στο Σπάρταθλον τα τελευταία δέκα χρόνια ή ως συνοδός ή ως παρατηρητής κι έχει μεγάλη εμπειρία στις υπεραποστάσεις. Όταν παρουσιάστηκαν οι Σπαρτιάτες Σπαρταθλητές είδε την ομαδικότητα με την οποία δούλευαν οι αθλητές σε συνδυασμό με τους βοηθούς τους κι αυτό το είδε όχι μια φορά, αλλά είδε τα πρόσωπα να εναλλάσσονται κι ο αθλητής την επόμενη φορά να γίνεται συνοδός κ.ο.κ., γιατί αυτό συμβαίνει αθροιστικά 4-5 χρόνια. Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν είδε τους Σπαρτιάτες να έχουν μια απίστευτη αλληλεγγύη μεταξύ τους και να έχουν μια αλληλοβοήθεια, πράγμα το οποίο το θεωρεί μοναδικό λέγοντάς μου πως «εσείς στη Σπάρτη δημιουργείτε σχολή στις υπεραποστάσεις»! Να λοιπόν που κολλάει κι ο σύλλογος και πως γεννήθηκε η ανάγκη για τη δημιουργία του! Πραγματικά, πλέον, θεωρώ ότι δημιουργούμε σχολή στις υπεραποστάσεις.
     Γενικά, όμως, ήταν η συγκυρία τέτοια στη Σπάρτη που ο δρομικός της πυρήνας απαρτίζεται από ανθρώπους που έχουν ήθος κι αξίες και για αυτό οδηγηθήκαμε να έχουμε και Σπαρταθλητές και έναν νέο αλλά δυναμικό σύλλογο. Κι ακόμη και τα παιδιά που δεν έχουν τρέξει ακόμα σε υπεραποστάσεις υποστήριξαν τα παιδιά που έτρεχαν στο Σπάρταθλον και η συμβολή τους ήταν καθοριστική. Εμένα με βοήθησε ο Γιάννης Δημόπουλος στις προπονήσεις μου για το Σπάρταθλον, κάναμε μαζί προπονήσεις με τον Τάσο Τσουλόγιαννη, έχοντας δημιουργήσει μία κοινή προπονητική ομάδα κι ο Χρήστος Μασούρας με βοήθησε με την εμπειρία του και τις συμβουλές του όσον αφορά στο θέμα της προπόνησης μου, αλλά ήταν και βοηθός μου στην ομάδα υποστήριξης κατά τη διάρκεια του αγώνα. Αυτό το μεταξύ μας δέσιμο βοήθησε και στην εξέλιξη του αθλήματος και στη δημιουργία του Συλλόγου.

– Ποιο θεωρείς ότι είναι εκείνο το στοιχείο που κάνει τα δρομικά αθλήματα σημαντικότερα από άλλα; Τι ήταν εκείνο που ώθησε εσένα να ασχοληθείς με το τρέξιμο;
Όλα τα αθλήματα έχουν τη δική τους σπουδαιότητα για τον αθλητή που θα ασχοληθεί μαζί τους. Θεωρώ ότι οι υπεραποστάσεις δεν έχουν την αναγνώριση που έχουν άλλα αθλήματα, και θα σου πω για παράδειγμα πως το Σπάρταθλον στην Ελλάδα δεν το γνωρίζουν. Έρχονται και τρέχουν αθλητές από 50 χώρες και αν ρωτήσεις κάποιους Έλληνες θα αναρωτηθούν τι είναι αυτό! Και θα στο θέσω σε αντιστοιχία με τον ποδηλατικό γύρο της Γαλλίας, όπου άμα δεις σε κάθε μέτρο υπάρχουν ορδές ανθρώπων. Οραματίζομαι, όμως, ότι κάποια στιγμή το Σπάρταθλον θα μπορέσει να έχει το κοινό που του αρμόζει.
     Το τρέξιμο, όπως είπαμε και νωρίτερα, είναι δημοφιλές πλέον γιατί είναι κι ένας εύκολος κι φθηνός τρόπος άθλησης. Μπορεί ο καθένας να το επιλέξει και να το κάνει, προσφέροντάς του πολλές συγκινήσεις. Ακόμα και σε έναν άνθρωπο που θα τρέξει σε έναν αγώνα 10 χιλιομέτρων, και θα τερματίσει η συγκίνηση που θα νοιώσει όταν τερματίζει είναι μεγάλη. Γιατί για κάποιους μπορεί να είναι κατόρθωμα να καταφέρουν να τρέξουν 10 χιλιόμετρα˙ μην κοιτάμε μόνο τις υπεραποστάσεις.
     Όσον αφορά εμένα, ξεκίνησα να τρέχω το 1989 όταν ασχολιόμουν με την ελληνορωμαϊκή πάλη. Αποφασίσαμε μια μέρα να πάμε να κάνουμε προπόνηση στο δρόμο, έτρεξα τα πρώτα 4 χιλιόμετρα και κόλλησα! Από τότε και για τα επόμενα 10-12 χρόνια έτρεχα κάθε μέρα, παντός καιρού, 365 μέρες το χρόνο! Κι έτρεχα περίπου 4 χιλιόμετρα καθημερινά. Μετά λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων υπήρξε μια παύση και ξεκίνησα να τρέχω πάλι όταν χώρισα, γιατί στο τρέξιμο βρήκα το αποκούμπι εκείνο που θα με βοηθούσε να αντιμετωπίσω ψυχολογικά έναν χωρισμό. Όταν το τρέξιμο ξαναήρθε στο προσκήνιο, αυτός που με παρακίνησε να τρέξω αγωνιστικά και να κάνω το πρώτο μου αγώνα, συμμετέχοντας στον πρώτο μου μαραθώνιο το 2009 ήταν ο Χρήστος Μασούρα. Αυτός με παρακίνησε, με έσπρωξε και ήρθε και με βοήθησε να ολοκληρώσω τον πρώτο μου μαραθώνιο, τον οποίο δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Εκείνη την εποχή, δεν ξέρω πως και γιατί, μεταξύ άλλων στόχων έγραψα σε ένα χαρτί πως το 2014 θα τερματίσω Σπάρταθλον. Φαινόταν σαν αστείο, όμως η μοίρα με έφερε στη Σπάρτη όπου συνάντησα μια πολύ καλή δρομική ομάδα κι έκανα καλούς φίλους και όλο αυτό συνέβαλε στο να πραγματοποιήσω εκείνο το όνειρο που είχα γράψει σε ένα χαρτάκι το 2009.

– Τα ιδρυτικά μέλη των «Σπαρτιατών Δρομέων» αποτελείτε και μια μεγάλη παρέα. Είναι συστατικό επιτυχούς πορείας αυτό; Οι παρέες γράφουν ιστορία τελικά;
Τα ιδρυτικά μέλη κι ο κύριος πυρήνας των «Σπαρτιατών Δρομέων» πραγματικά είμαστε φίλοι όλοι μεταξύ μας. Ήταν η συγκυρία τέτοια ώστε έσμιξαν γύρω από μια κοινή αγάπη άνθρωποι που αθροίζονται από αξίες και ηθικές σωστές. Θεωρώ ότι έχουμε κατά βάθος κοινά οράματα και κοινούς στόχους όχι μόνον όσον αφορά το τρέξιμο. Νομίζω ότι όλοι έχουμε κοινούς στόχους όσον αφορά την πόλη της Σπάρτης, τη συμμετοχή στα κοινά την εξέλιξη των νέων παιδιών. Έχουμε πίστη στην ιδέα του συλλόγου, γιατί πρέπει να πιστεύεις σε αυτή την ιδέα που ονομάζεται «Σπαρτιάτες Δρομείς», πρέπει να νοιάζεσαι να διαδοθεί και να προσπαθείς για αυτή για να επιτύχεις κάποια πράγματα. Νομίζω ότι η παρέα αυτή που έχει ξεκινήσει τους «Σπαρτιάτες δρομείς» θα γράψει ιστορία μέσα από το Σύλλογο, και θεωρώ ότι και οι νέες παρέες που θα δημιουργηθούν μέσα από το σύλλογο μας θα γράψουν κι εκείνες με τη σειρά τους ιστορία. Ένας ακόμα στόχος του συλλόγου είναι να φέρει σε επαφή νέους ανθρώπους και να δημιουργηθούν νέες δρομικές φιλίες και μέσα από αυτές τις φιλίες να ξεπεταχτούν διάφορα όμορφα πράγματα. Θεωρώ ότι αυτό θα γίνει. Και πιστεύω ότι ο Σύλλογος θα χαράξει μια επιτυχημένη πορεία και η παρέα που τον δημιούργησε και τον ξεκίνησε θα είναι περήφανη για την κατάληξή του…

– Θα ήθελες να προσθέσεις κάτι πριν κλείσουμε την κουβέντα μας;
Από την πλευρά μου θα ήθελα να ευχαριστήσω όλη την παρέα που συνέβαλε στη δική μου πορεία, αλλά και επιτυχία όσον αφορά το τρέξιμο. Θα ήθελα να αναφερθώ σε ονόματα, αλλά φοβάμαι μην ξεχάσω κάποιον. Υπάρχει, άλλωστε, πολύς κόσμος που συνέβαλε στην ανάπτυξη του δρομικού κινήματος στη Σπάρτη και κατ’ επέκταση στην ίδρυση του συλλόγου μας. Πλέον στη Σπάρτη δημιουργείται μια παράδοση δρομική που δεν μπορώ να προβλέψω που θα οδηγήσει…

– Κάποιος που ενδιαφέρεται να εγγραφεί ή να μάθει περισσότερα για τους «Σπαρτιάτες Δρομείς» πως μπορεί να επικοινωνήσει μαζί σας;
Οποιοσδήποτε θέλει μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μας μέσω του e-mail μας στην ηλεκτρονική ταχυδρομική διεύθυνση spartanrunners@yahoo.gr ή να αναζητήσει την ομάδα μας “Spartan runners” στο facebook [www.facebook.com/groups/spartanrunners].

Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης Ευστάθιος

GKL_0674αΣυνέντευξη στο
Νίκο Ι. Καρμοίρη
φωτογραφίες συνέντευξης:
Γιάννης Γκλέκας

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, καθώς είναι ένα πρόσωπο που έχει επιτελέσει σημαντικό έργο τόσο στον πνευματικό τομέα, όσο και στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Είναι εξαιρετικά δραστήριος, πολυγραφότατος και πάντοτε πρόθυμος να προσφέρει λόγο πατρικό.
Ο λόγος για τον Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης κ.κ. Ευστάθιο, ο οποίος άνοιξε διάπλατα την πόρτα του γραφείου του, παραχωρώντας μία συνέντευξη στα «Πρόσωπα δίπλα μας» με αφορμή τα προσεχή εγκαίνια ενός νέου πολιτιστικού-πνευματικού χώρου της Μητρόπολης.
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ.κ. Ευστάθιος, με τη σεμνότητα που τον διακρίνει, μιλάει για τη θρησκεία, την Εκκλησία και το έργο της, καταθέτοντας προσωπικές σκέψεις και βιώματα.

– Πως ένας νέος αποφασίζει να γίνει κληρικός και μάλιστα ιερομόναχος; Πότε πήρατε εσείς αυτή την απόφαση;
Της εκκλησίας μας οι θέσεις πάνω σε αυτό το ερώτημα είναι ξεκάθαρες. Η κλήση για την ιεροσύνη φυτεύεται από το ίδιο το χέρι του Θεού μέσα μας. Υπάρχει ένα χωρίο της Αγίας Γραφής που είναι πάρα πολύ κατατοπιστικό. Λέει: «Οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τὴν τιμήν, ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, καθάπερ καὶ Ἀαρών», δηλαδή δεν παίρνει κανείς αυτή τη θέση την τιμητική γιατί το θέλει μόνο ο ίδιος, αλλά διότι ο ίδιος ο Θεός τον επιλέγει. Αυτή η θέση της Εκκλησίας επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα πράγματα. Εγώ στη ζωή μου ποτέ δεν εσκέφτηκα τίποτε άλλο εκτός από το ράσο. Μερικές φορές σκέφτομαι πως αν υπήρχε τρόπος να γυρίσω πίσω στα 18 μου ή στα 20, τότε που με σοβαρότητα παίρνει κανείς αποφάσεις για το μέλλον του, πάλι το ίδιο θα επέλεγα. Κι όχι διότι έγινα Επίσκοπος, αλλά για να φορέσω το τιμημένο ράσο.
    Από τότε σχεδόν που ένοιωσα τον εαυτό μου, βρέθηκα μέσα στο Ιερόν Βήμα. Ήμουν δέκα χρονών παιδί όταν θυμιάτιζε μια μέρα ο ιερεύς στη Δοξολογία και κόπηκε ένας κωδωνίσκος από το θυμιατό. Μου είπε τότε ένας γεροντότερος που ήταν εκεί: «Πάρ’ το να το πας μέσα στο Ιερό». Τότε ήταν η πρώτη φορά που μπήκα μέσα στο Ιερό και μου φάνηκε πως βρέθηκα στον ουρανό. Από τότε και μετά δεν έλειψα ποτέ. Σιγά σιγά τελείωσα το Γυμνάσιο (σ.σ. τότε ήταν εξατάξιο) κι έδωσα στη Θεολογία και μόνον στην Θεολογία. Τότε έδιναν εξετάσεις και δήλωναν τρεις σχολές: Θεολογία, Νομική και Φιλολογία. Παρά τις παραινέσεις να δηλώσω και τις άλλες δύο σχολές απαντούσα πως δεν προορίζομαι ούτε για νομικός, ούτε για φιλόλογος. Αν δεν πετύχαινα στην Θεολογία, θα έδινα ξανά και την επόμενη χρονιά.

– Όταν πριν από 35 χρόνια ενθρονιστήκατε Μητροπολίτης Μονεμβασίας & Σπάρτης είχατε οραματιστεί το έργο που έχετε επιτελέσει έως σήμερα, ή τελικά το όραμα δημιουργείται σταδιακά λαμβάνοντας τα ανάλογα ερεθίσματα;
Καταρχήν, όταν κανείς ενθρονίζεται είθισται να εξαγγέλλει και ένα πρόγραμμα εκείνη την ημέρα κατά την ομιλία του. Το έκανα κι αυτό τότε, και η ομιλία εκείνη είναι γραμμένη και στο περιοδικό της Μητροπόλεως και σε ένα από τα βιβλία που εξέδωσα τώρα τελευταία. Όμως, παιδί μου, να ξέρεις πως το έργο το δικό μας δεν προγραμματίζεται, αλλά κάνει την εμφάνισή του. Αιφνίδια το καθήκον μας καλεί, σε ώρες και στιγμές που ούτε τις έχουμε ονειρευτεί, να βοηθήσουμε είτε υλικώς έναν άνθρωπο εμπερίστατο, είτε ηθικώς – που είναι και οι περισσότερες περιπτώσεις – με έναν λόγο παρηγορίας και ενισχύσεως. Επομένως, το μεγαλύτερο μέρος του έργου, το οποίο με τη χάρη του Θεού έχει επιτελεστεί τα 35 χρόνια, είναι αυτό που με συνάντησε στη ζωή μου ως Επισκόπου και όχι το έργο το οποίο είχα ονειρευτεί. Είχα κάποιες σκέψεις αλλά τα περισσότερα ήρθαν μπροστά μου˙ συναντήθηκα με τον κόσμο. Και ο κόσμος δεν είναι ποτέ και πάντοτε ο ίδιος. Άλλοι ήταν οι Μεσσήνιοι πατριώτες μου, άλλοι οι Αρκάδες στους οποίους υπηρέτησα ως Ιεροκύξ και άλλοι οι Σπαρτιάτες και οι Λάκωνες.

– Έχετε αναπτύξει σημαντικότατη δράση στο κοινωνικό γίγνεσθαι ιδρύοντας πληθώρα ιδρυμάτων. Ποιο από τα ιδρύματα αυτά αποτελεί το καμάρι σας;
Οι παντρεμένοι, όταν αποκτήσουν το πρώτο τους παιδί, λένε «η άνοιξις της ζωής μου». Εγώ, λοιπόν, λέω ότι το πρώτο μου παιδί είναι το Άσυλο Ανιάτων της Σπάρτης. Είναι αυτό που άνοιξε δρόμο για να γίνουν και τα υπόλοιπα ιδρύματα, αλλά και να δοκιμάσω χαρές, να αποκτήσω εμπειρία, να ιδώ δυσκολίες και λάθη. Και στα καινούργια ιδρύματα που επακολούθησαν μπόρεσα να διορθώσω αυτά τα οποία δεν ήταν δυνατόν να διορθωθούν ή να προβλεφθούν στο Άσυλο Ανιάτων. Ναι! Οι πρώτες μου χαρές ήταν γύρω από το Άσυλο Ανιάτων και από τη λειτουργία του.
   Μπορώ να σου πω, Νίκο μου, ότι ενώθηκαν σε αυτό το ίδρυμα οι ομογενείς αδελφοί μας, που ζούνε σε όλα της γης τα μήκη και τα πλάτη, με τους εντοπίους. Ενώθηκε ο πλούσιος με τον φτωχό˙ ο μεν έδωσε από το περίσσευμά του κι ο δε από το υστέρημά του. Ενώθηκαν οι πολύ μορφωμένοι άνθρωποι, οι επιστήμονες, οι αξιωματούχοι με τους απλούς ιδιώτες και απλοϊκούς ανθρώπους του λαού, προσφέροντας ο καθένας ό,τι μπορούσε. Ενώθηκε σε αυτό το ίδρυμα η μεγάλη ηλικία με τα παιδιά. Ξέρεις πόσο συγκινητικό ήταν όταν παιδιά του Δημοτικού ή του Γυμνασίου έφερναν στο γραφείο του Μητροπολίτου και άδειαζαν τους κουμπαράδες τους, δίνοντας το χαρτζιλίκι όλου το χρόνου ή τα χρήματα που είχαν συγκεντρώσει από τα κάλαντα των Χριστουγέννων ή της Πρωτοχρονιάς για το Άσυλο;
   Καταλαβαίνεις, λοιπόν, ότι για εμένα είναι πολυσήμαντο αυτό το έργο. Όχι μόνον διότι ανακουφίζει τους εμπεριστάτους αδερφούς μας και τις οικογένειές τους, αλλά και γιατί δίδει αφορμή και στους υγιείς, βλέποντας τον άρρωστον, να εκτιμούν τουλάχιστον την υγεία τους. Και λέω πολλές φορές, πως, και για έναν μόνο από τους ανθρώπους που περιθάλπονται στο Άσυλο θα έπρεπε να γίνει ολόκληρο ίδρυμα, πολύ περισσότερο όμως τώρα που οι τρόφιμοι είναι 95.

– Λόγω της κρίσης, πόσο έχει επηρεαστεί το έργο της τοπικής Εκκλησίας και η λειτουργία των ιδρυμάτων από τη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα;
Τα ιδρύματα της Μητροπόλεως είναι 13. Το ένα έχει αναστείλει τη λειτουργία του και σήμερα λειτουργούν τα 12. Και τα 12 όμως, λειτουργούν όπως και πριν. Άριστα, δίχως να έχουν μειώσει την ποιότητα της προσφοράς τους ούτε στο ελάχιστο. Όμως πως αυτά λειτουργούν, αυτό πρέπει να το πω. Μία οικογένεια με 4-5 μέλη χάνεται κυριολεκτικά στις σκέψεις για το πώς θα αντιμετωπίσει ανάγκες όπως η σίτιση, η ένδυση κ.ά. εν καιρώ οικονομικής κρίσης. Τι να πούμε, παιδί μου, οι συνεργάτες μου κι εγώ που πρέπει να βοηθηθούν, όχι έναν, αλλά χίλιους ανθρώπους καθημερινά; Και δεν υπολογίζω μαζί με αυτούς κι όσους έρχονται στο «Βοήθεια στο σπίτι»˙ και κάθε τόσο ανακαλύπτουμε στα χωριά ανθρώπους, οι οποίοι έχουν ανάγκη άμεσης συμπαράστασης είτε υλικής, είτε ηθικής.
   Στην προσπάθειά μας αυτή, να μη μειώσουμε την ποιότητα της προσφοράς, έχουμε πρώτα-πρώτα την πρόνοια του Θεού που στέκεται κοντά μας. Όταν πιστεύεις στην πρόνοια του Θεού μπορεί να δυσκολευτείς αλλά δεν θα χαθείς. Το βλέπω αυτό, το βιώνω και θέλω να το φωνάξω να το ακούσουν όλοι οι άνθρωποι, ούτως ώστε σε αυτές τις δύσκολες στιγμές που περνάει η χώρα μας να μην απογοητευτούν και να μην απελπιστούν, αλλά να ζούνε πάντοτε με την ελπίδα και να αντιμετωπίσουν με αισιοδοξία το κάθε τι που έρχεται.
   Έρχονται συχνά άνθρωποι στο γραφείο μου και μου λένε: «πάρτε αυτόν τον φάκελο να τον διαχειριστείτε κατά την κρίση σας ανάλογα με τις ανάγκες που έχουν οι τρόφιμοι της Μητροπόλεώς μας» και βλέπω μέσα στους φακέλους διάφορα ποσά. Έχουμε κάθε τόσο τέτοιες δωρεές μικρές ή μεγαλύτερες που μας κάνουν να τρίβουμε τα μάτια μας και να επιβεβαιώνουμε αυτό που είπα προηγουμένως˙ ο Θεός δίνει το μήνυμα στους ανθρώπους και οι άνθρωποι αυτοί ανταποκρίνονται.

– Είναι δεδομένο πως η τοπική κοινωνία έχει συνεισφέρει στο έργο της Μητρόπολης. Υπάρχουν περιπτώσεις που σας έχουν συγκινήσει;
Είναι πολλές αυτές οι περιπτώσεις και θα χρειάζονταν πολλές ώρες να τις αναπτύξω. Όταν, όμως, μια γερόντισσα έρχεται και σου δίνει τη βέρα της λέγοντάς σου πως την έχει στο χέρι της 60 χρόνια που είναι παντρεμένη και την προσφέρει για το ξεκίνημα του Ασύλου Ανιάτων δε θα σε συγκλόνιζε ακούγοντάς το; Όταν ένα ζεύγος στο προσκλητήριο του γάμου του έγραφε σε υποσημείωση: «Δώρα να μη μας στείλετε. Ό,τι έχετε να μας προσφέρετε ως δώρο να το διαθέσετε για το Άσυλο Ανιάτων της Σπάρτης», δε θα συγκλονιζόσουν ξανά; Η αείμνηστη Ειρήνη Πορφύρη, επίσης, η οποία είχε έναν γιο μονάκριβο που ήταν κρανιοχειρουργός στην Αμερική και πέθανε ύστερα από μία εξάωρη επέμβαση, στην κηδεία του που έγινε στην Αθήνα μου είπε πως ό,τι είχε το παιδί της θα το κατέθετε στο Άσυλο Ανιάτων. Κι έτσι φτιάξαμε μία ολόκληρη πτέρυγα στο ίδρυμα. Είναι πολλές τέτοιες συγκλονιστικές ιστορίες και ανέφερα κάποιες ενδεικτικά. Και επειδή μπορεί κάποιος διαβάζοντας να αναρωτηθεί γιατί δεν σημείωσα κι άλλες, σας λέγω, λοιπόν, ότι είναι αναρίθμητα τα παραδείγματα και σε τούτη την ερώτηση δεν μπορώ να ανταποκριθώ μέσα σε λίγα λεπτά.

– «Οι κατασκηνώσεις θα λειτουργούν ακόμη κι αν χρειαστεί να πουλήσω και το ράσο μου». Δικά σας τα λόγια αυτά. Έχετε δείξει ιδιαίτερη φροντίδα σε νεανικά θέματα…
Θεωρώ -και το λέω σε όλους εκείνους που έχουν θέσεις μέσα στην κοινωνία- πως η καλύτερη επένδυση των χρημάτων είναι όταν διατίθονται για τη νεολαία. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι τα νιάτα μας είναι η ελπίδα μας και η απαντοχή μας. Όποιος σήμερα έχει τα νιάτα μαζί του, θα έχει και το αύριο μαζί του, και το αντίστροφο. Τα παιδιά θέλουνε στήριγμα, θέλουνε όνειρο κι ελπίδα. Αν δεν τα βοηθήσουμε σε αυτή την ηλικία την κρίσιμη σήμερα, αύριο θα χτυπάμε το κεφάλι μας. Θα ιδούμε να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια μας. Τα παιδιά εβρίσκονται και σε τέτοια ηλικία που έχουν το πνεύμα της μαθητείας. Στους μεγάλους ό,τι και να λένε είναι σχηματισμένοι, δεν είναι εύκολο να αλλάξουν. Το λέει κι ο λαός κι εγώ θα το πω λιγάκι παραφρασμένα «γέρος άνθρωπος καινούργια πατησιά δεν κάνει». Για τους μεγάλους πρέπει να έχουμε ελπίδα μόνον για την πνευματική τους αναγέννηση, γιατί πολλές φορές και σε μεγάλη ηλικία δια της μετανίας ο άνθρωπος επανέρχεται στο αρχαίο του κάλος. Για τις συνήθειές τους, όμως, έχουμε ελάχιστη ελπίδα αλλαγής. Οι νέοι είναι η ελπίδα μας και αυτός είναι ο λόγος που θέλω πάντοτε να τους έχει η Μητρόπολίς μας σε προτεραιότητα.
   Πέραν όμως αυτών, ειδικώς για την κατασκήνωση έχω διαπιστώσει ότι όσο ωφελούνται τα παιδιά δέκα ημέρες στην κατασκήνωση, δεν ωφελούνται όλο το χρόνο στο κατηχητικό σχολείο. Διότι στο κατηχητικό ο κατηχητής τα έχει μία περίπου ώρα κι εκεί κάθονται ήσυχα και δείχνουν όλον τον καλό τους εαυτό. Στην κατασκήνωση, όμως, ο ομαδάρχης έχει το παιδί επί 24ώρου βάσεως και το παρακολουθεί στο φαγητό του, στο παιχνίδι του, στην προσευχή του, στον ύπνο του και σε όλες τις εκφάνσεις και τις λεπτομέρειες της καθημερινότητός του. Έτσι είναι πιο εύκολο να επισημάνει τις αδυναμίες και τα λάθη του και να το βοηθήσει ή να υπογραμμίσει τις αρετές του και να το επαινέσει. Γιατί αλίμονο αν στεκόμεθα συνέχεια μόνο στις παρατηρήσεις. Τα παιδιά στην κατασκήνωση ωφελούνται και το λένε και τα ίδια και οι γονείς τους. Παραδείγματος χάρην, πάει κανείς τον άλλον καιρό σε ένα παιδικό δωμάτιο και το βρίσκει σαν να είναι πεδίον ύστερα από πόλεμον, αλλού τα παπούτσια, αλλού τα ρούχα, αλλού τα βιβλία του… Έτσι είναι ο θάλαμος της κατασκηνώσεως; Να δείτε τι ωραία που φτιάχνουν το κρεβάτι τους. Τα πάντα εβρίσκονται στην εντέλεια. Κι όταν γυρίζουν σπίτι θέλουν να μιμηθούν τη ζωή που έκαναν στην κατασκήνωση. Και συχνά μας λένε έκπληκτοι οι γονείς πως το παιδί τους μεταμορφώθηκε, επιστρέφει και βλέπουν το δωμάτιό του νοικοκυρεμένο με τα πράγματα στη θέση τους και ούτω καθ’ εξής.

– Υπάρχει από αρκετούς η άποψη: «Στην Εκκλησία θα δώσουμε; Έχει η Εκκλησία». Τελικά, Σεβασμιώτατε, έχει η Εκκλησία;
Παιδί μου, εγέρασα και κουράστηκα να επαναλαμβάνω τα ίδια πράγματα σε αυτό το ερώτημα. Οι άνθρωποι όμως έχουν συνεχώς την ίδια αμφιβολία. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μία φοβερή προκατάληψις. Και δεν την βγάζουν οι άνθρωποι την προκατάληψη με τίποτα.
   Για δέκα χρόνια ήμουνα πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής και διαχειρίσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Επομένως, δεν είμαι άσχετος για να πω αν η Εκκλησία έχει ή δεν έχει. Η εκκλησία είχε μεγάλη περιουσία, αλλά κατά καιρούς, με κορυφαία χρονική στιγμή το 1952-53, έφυγε από τα χέρια της το 96% της περιουσίας αυτής. Από το εναπομείναν 4%, μόνο το 2% είναι αξιοποιήσιμο, ενώ το υπόλοιπο 2% είναι καταπατημένο ή χαρακτηρισμένο για έργα κοινής ωφελείας όπως πλατείες, πράσινο, νηπιαγωγεία κ.ά. Άρα, λοιπόν, αυτό το 2% που απέμεινε στην Εκκλησία είναι η «αμύθητη» περιουσία της, για την οποία τόσος θόρυβος γίνεται και τόση κατακραυγή των ανθρώπων υπάρχει.
   Πιστεύω, όμως, ότι σκόπιμα μερικοί άνθρωποι ή ομάδες ανθρώπων ερεθίζουν το λαό εις βάρος της Εκκλησίας, για να τον απομακρύνουν από αυτή, λέγοντάς του πως είναι άστοργη η Εκκλησία διότι έχει τόση περιουσία και εσένα δεν σου δίνει τίποτα. Για εμάς η περιουσία της Εκκλησίας είναι η καρδιά κάθε πιστού. Την υλική περιουσία, αυτό το αξιοποιήσιμο 2%, την θεωρώ ψίχουλα, τα οποία όμως χρησιμοποιεί η Εκκλησία για το κοινωνικό και φιλανθρωπικό της έργο το οποίο γίνεται τόσο εδώ στην Ελλάδα, όσο και στην Ιεραποστολή. Ποιος ξέρει από τους Χριστιανούς μας πως ένα σεβαστό ποσό διατίθεται εις την Ιεραποστολή, εκεί δηλαδή όπου πηγαίνουν οι Ιεραπόστολοι και μαθαίνουν την διδασκαλία του Χριστού στους ανθρώπους που είναι ακόμη στην ειδωλολατρία και στην ημιαγρία κατάσταση;

– Παρά το σπουδαίο έργο σας υπάρχουν κι επικριτές, τόσο γενικότερα του κλήρου και της Εκκλησίας, όσο και ειδικότερα δικοί σας. Τι έχετε να πείτε σε όλους εκείνους;
Όταν κάνεις το καλό, μην περιμένεις απαραίτητα να βρεις καλό. Όταν λες καλά λόγια, μην περιμένεις να είναι έτοιμα όλα τα αυτιά που σε ακούνε να σε αποδεχθούν. Αλίμονόν μας αν όλοι μας λένε μπράβο. Δεν το λέω εγώ αυτό, το λέει ο ίδιος ο Χριστός: «Αλίμονο σας αν όλοι οι άνθρωποι σας λένε ευ και καλώς», σημαίνει ότι είστε άνθρωποι των συμβιβασμών. Κάνοντας το καλό δεν περιμένουμε να ακούσουμε καλά λόγια. Αν τα ακούσουμε λέμε «δόξα σοι ο Θεός». Ό,τι καλό κάνουμε δεν είναι δικό μας, ανήκει στο Θεό. Σε εμάς ανήκουν οι αδυναμίες και οι παραλήψεις.
   Όταν συμπλήρωσα την 10ετία ως Μητροπολίτης εδώ, μου είπαν οι συνεργάτες μου να κάνουμε μια εορταστική εκδήλωση. Είπα πως μία Θεία Λειτουργία, την οποία έκανα και θα συνεχίζω να κάνω κάθε χρόνο στις 31 Αυγούστου που είναι η επέτειος της χειροτονίας μου στο Γέρακα, αρκεί. Κάναμε όμως κάτι άλλο. Έστειλα μια εγκύκλιο στο λαό, η οποία δημοσιεύτηκε ευρέως, με την οποία καλούσα τους Χριστιανούς να μου πουν, όχι τι καλό έκανα – γιατί αυτό μου το είπε πολύ ενωρίτερα ο δαίμονας, ο οποίος έρχεται να σε κάνει εγωιστή – αλλά τι καλό παρέλειψα ή τι κακό έκανα και ποιες ήταν οι αδυναμίες της Αρχιερατείας μου, ώστε να διορθώσω τα λάθη μου στην 10ετία που, αν το επιτρέψει ο Θεός, θα ζούσα μετά. Έχω, λοιπόν, έναν τεράστιο φάκελο με απαντήσεις, που βέβαια οι περισσότερες αναφέρουν αυτό που έλεγα να μην γράψουν, δηλαδή επαίνους και κολακείες. Τον έχω κρατήσει αυτόν τον φάκελο για την ιστορία. Ωστόσο, υπήρξαν και πάρα πολλοί εισηγητές ωραίων θεμάτων, ή παρατηρήσεων για πράγματα που μπορούσαν να διορθωθούν στην επόμενη δεκαετία.
   Υπάρχουν άνθρωποι που είναι τοποθετημένοι εξ ορισμού εναντίον της Εκκλησίας. Να απογοητευτείς, να αποδυναμωθείς και να χάσεις τον ενθουσιασμό σου ακούγοντάς τους; Από τον κόρακα θα ακούσεις «κρα», ενώ από το αηδόνι θα ακούσεις ένα ωραίο τραγούδι. Διάλεξε και παίρνε! Για εμάς δεν είναι στόχος ο έπαινος, αλλά η εργασία και για αυτό κοιτάζουμε μπροστά, μόνο τη δουλειά μας. Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν πως το αναπαυτικό προσκέφαλο δεν είναι εκείνο που γίνεται από τα πούπουλα και τα βαμβάκια, αλλά από την ηρεμία και τη γαλήνη της συνειδήσεως. Όταν το βράδυ πέφτει κανείς να κοιμηθεί και δεν τον ελέγχει η συνείδησή του αυτός είναι ο πιο ευτυχής άνθρωπος του κόσμου.
   Για αυτούς που θα έχουν κάποια επιφύλαξη για το έργο της Μητροπόλεως μας, ή της Εκκλησίας γενικότερα, ένα λόγο λέω. Έρχου και ίδε. Όποιος έχει αμφιβολίες μπορεί αν θέλει, όχι μόνο να επισκεφτεί τα Ιδρύματα, αλλά και να έρθει στο γραφείο και να πάρει όλα τα χαρτιά και να τα μελετήσει. Κι ύστερα μπορεί να έρθει και να μου πει την κρίση του.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

– Έχετε δείξει φροντίδα και για την εκπαίδευση. Υπήρξατε μάλιστα από εκείνους που με σθένος διεκδικήσατε τις Πανεπιστημιακές Σχολές στην Σπάρτη. Έχουν βοηθήσει οι σχολές στην ανάπτυξη της τοπικής κοινωνίας; Αισθάνεστε δικαιωμένος γα την επιμονή σας;
Δεν ήμουνα εγώ μόνος που διεκδίκησα τις ανώτερες και ανώτατες σχολές, αλλά όλοι όσοι είχαμε μια θέση μέσα στην κοινωνία˙ Νομάρχης, Δήμαρχος, κι άλλοι αξιωματούχοι εκείνης της εποχής. Δώσαμε τα χέρια και σαν να είχαμε μία καρδιά και μία σκέψη προχωρήσαμε στην υλοποίηση αυτού του ονείρου. Στην προσφώνηση που έκανα στον Υπουργό στα εγκαίνια του Πανεπιστημίου είπα: «Αυτό που άλλοτε βλέπαμε στον ύπνο μας, τώρα το χαιρόμαστε στον ξύπνιο μας!». Ήταν ένα όνειρο που έπρεπε να γίνει και έχω γράμματα και αλληλογραφία με βουλευτές, υπουργούς, τον Πρωθυπουργό και άλλα πρόσωπα που συνεργαστήκαμε για να καταφέρουμε την πραγμάτωσή του. Και η Μητρόπολις έκανε μία μεγάλη θυσία δίδοντας για δέκα χρόνια και χωρίς ενοίκιο το διπλανό κτήριο -το οποίο τότε είχαμε μόλις εγκαινιάσει για άλλο σκοπό- για τις ανάγκες της λειτουργίας του Πανεπιστημίου. Δεν θέλω να αναφερθώ όμως σε φθορές στο κτήριο και διάφορα άλλα κακώς κείμενα, γιατί είναι μια πονεμένη ιστορία και δεν θέλω να την επαναλάβω. Βέβαια δεν μετανοώ, γιατί δεν μετανοεί εκείνος που κάνει το καλό.
   Όσον αφορά στο ερώτημά σου, για το αν αναβαθμίστηκε η ζωή της πόλεως από τις σχολές αυτές, η απάντησή μου είναι πως ο καθένας πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του. Οι καθηγητές να ρωτήσουν τον εαυτό τους αν κάνουν καλά τη δουλειά τους, οι φοιτητές να αναρωτηθούν αν η συμπεριφορά τους είναι ανάλογη των υποχρεώσεών τους. Εγώ τι μπορώ να πω πάνω σε αυτό, ότι είμαι απόλυτα ικανοποιημένος; Για παράδειγμα, βλέπεις πως γίνονται παρελάσεις και είναι ελάχιστοι εκείνοι που εκπροσωπούν την εκπαίδευση. Υπάρχουν κάποια μείον, αλλά δεν θέλω να σταθούμε σε αυτά. Για τα μείον προσεύχομαι και παρακαλώ τον Θεό να τα ελαχιστοποιήσει, ώστε οι άνθρωποι που συνδέονται με τον τόπο μας ή είναι γηγενείς, να φιλοτιμηθούν ακόμη περισσότερο για να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα. Άλλωστε, τα αποτελέσματα τα αγαθά δεν έρχονται γρήγορα. Σπέρνουμε το φθινόπωρο, αλλά θερίζουμε το καλοκαίρι και μεσολαβούν μήνες χειμωνιάτικοι με χιόνι, με κρύο και βροχές. Ζούμε όμως με την ελπίδα πως θα έρθει ο Ιούλιος και θα πάρουμε το δεμάτι. Έτσι ακριβώς θέλω να ιδούμε και το θέμα των Πανεπιστημιακών Σχολών στον τόπο μας.

– Διαβάζοντας κανείς για το έργο σας στέκεται με ξάφνιασμα στην ίδρυση της Σχολής Γονέων. Πως προέκυψε αυτή η πρωτότυπη ιδέα;
Η Μητρόπολις βλέπει τον άνθρωπο ολόκληρο. Και ο άνθρωπος είναι ψυχή και σώμα. Δεν μπορούμε να περιοριστούμε μόνον στο κήρυγμα, την κατήχηση και τη Θεία Λειτουργία. Πέρα από τον πνευματικό τομέα, λοιπόν, οφείλουμε να δραστηριοποιηθούμε και στον κοινωνικό. Μαζί με τη σχολή Γονέων, υλοποιήσαμε μία ακόμη σκέψη. Παρατηρήσαμε ότι συχνά υπάρχει ανάγκη για αίμα κι έτσι δημιουργήσαμε εθελοντικό σώμα αιμοδοτών. Η Μητρόπολη ήταν η πρώτη που δημιούργησε εθελοντική ομάδα αιμοδοτών. Στο πέρασμα των ετών ήταν χαρά μας πως βοηθήσαμε να αυξηθούν τέτοιες ομάδες εθελοντών και σε άλλες περιοχές στην μητροπολιτική μας περιφέρεια.
   Παρόμοια σκεφτήκαμε και για το θέμα των γονέων. Βλέπαμε πως αρκετοί γονείς ήταν πνιγμένοι στις δουλειές τους και συχνά η ανατροφή των παιδιών γινόταν πλημμελής. Χρειαζόταν οι γονείς να ακούσουν κάποια πράγματα, γιατί είναι γεγονός πως η παιδαγωγική εξελίσσεται και η επιστήμη προοδεύει. Διοργανώσαμε κάποιες επιστημονικές ομιλίες, με την σκέψη να σταθούμε κοντά στην οικογένεια με αυτό τον τρόπο. Για παράδειγμα, φέραμε καθηγητές πανεπιστημίου να μιλήσουν για τα ναρκωτικά. Παρά τον αρχικό προβληματισμό μου, οι πρώτες ομιλίες για τα ναρκωτικά έγιναν εδώ, από τη Μητρόπολή μας. Θυμάμαι, μάλιστα, έναν καθηγητή Πανεπιστημίου που είπε μερικές ανατριχιαστικές σκέψεις για τα ναρκωτικά και κάθε τόσο σκέφτομαι ότι έχει επαληθευτεί.
   Εν πάση περιπτώσει, η αγάπη μας η ανιδιοτελής ήταν η αιτία να φτάσουμε στην ίδρυση των ομάδων αιμοδοσίας και της σχολής Γονέων.

– Ποια η σημαντικότερη στιγμή του ιερατικού σας βίου, αλλά και ποια εκείνη που θα θέλατε να διαγράψετε;
Είναι αναρίθμητες οι σημαντικές περιπτώσεις. Όμως, -κι αυτό μπορεί να ξαφνιάσει τους ανθρώπους που θα το διαβάσουν- οι πιο συγκλονιστικές στιγμές της ζωής μου είναι η τέλεσις της Θείας Λειτουργίας. Αυτές τις στιγμές τις ξεχωρίζω πάντοτε. Όταν λειτουργώ θεωρώ ότι βρίσκομαι μεταξύ ουρανού και γης. Οι χαρές που δοκιμάζω κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας δεν μπορούν να συγκριθούν ούτε με τις στιγμές των επαίνων, ούτε με τις στιγμές των επιτυχιών. Όταν βρίσκεσαι μπροστά στην Αγία Τράπεζα τελώντας τη Θεία Λειτουργία, η σκέψη και μόνο ότι ο Θεός καταδέχεται, με την δική σου προσευχή, να κατέβει και να μεταβάλει τον άρτον και τον οίνον σε σώμα και αίμα Χριστού νομίζω φτάνει, διότι γίνεσαι πλέον συντελεστής ενός θαύματος.
   Άλλες μεγάλες χαρές είναι οι χειροτονίες νέων κληρικών, μορφωμένων, με ήθος, με αγάπη για την εκκλησία, με ιεραποστολικό ζήλο και με θυσιαστική αγάπη για τον συνάνθρωπο. Συνεπαίρνει πάντοτε την καρδιά μου όταν βλέπω έναν νέον άνθρωπο, που μπορεί να αντιμετωπίζει τόσα προβλήματα όσα ποτέ δεν είχε φανταστεί, κι αποφασίζει τούτη την αποκαλυπτική εποχή να γίνει κληρικός. Να φορέσει ένα ράσο, το οποίο πάρα πολλοί έχουνε βάλει στο στόχαστρο. Να αναλάβει μία διακονία την οποία πολλοί ειρωνεύονται ή περιγελούν ή εν πάση περιπτώσει είναι έτοιμοι να τη διασύρουν, αλλά παρά ταύτα εκείνος επιμένει να γίνει κληρικός και δίδει τον εαυτό του στην εκκλησία. Μέχρι πρότινος, αυτός ο νέος θα μπορούσε να σταδιοδρομήσει οπουδήποτε αλλού, όμως επιλέγει να σταδιοδρομήσει στο χώρο της Εκκλησίας. Από εδώ και πέρα ίσως κάποιος θελήσει να γίνει κληρικός για να λύσει το πρόβλημα της ζωής του, όμως σήμερα που ακούγεται πως θα κοπεί ο μισθός των ιερέων είναι μια καλή ευκαιρία να ξεκαθαρίσει η ήρα από το στάρι. Θα φανούν εκείνοι που θέλουν επαγγελματικά να ασχοληθούν με την ιεροσύνη και αυτοί που θέλουν ολοκληρωτικά και πνευματικά να παραδώσουν τον εαυτό του στην Εκκλησία.
   Για τις άσχημες στιγμές που με ρώτησες, είναι όλες εκείνες που δεν εφαρμόζω το νόμο του Θεού, ή κάνω λάθος στο έργο μου το ποιμαντικό. Όταν δεν εφαρμόζω κατά γράμμα -γιατί εμείς οι κληρικοί πρέπει και κατά γράμμα να εφαρμόσουμε το νόμο του Θεού- είναι πικρές αυτές οι στιγμές της ζωής μου.

– Η τοπική Εκκλησία τιμάει τόσο τους ευεργέτες, όσο και ανθρώπους που έχουν συνεισφέρει στο κοινωνικό σύνολο. Θεωρείτε πως αυτό είναι ένα κίνητρο για ενεργοποίηση περισσοτέρων προς αυτή την κατεύθυνση;
Ασφαλώς μπορεί κάποιος να το εκλάβει και ως κίνητρο. Εγώ όμως δεν το εκλαμβάνω έτσι, διότι τότε η απόδοση τιμής θα είχε ιδιοτέλεια. Τις προάλλες [σ.σ. 17/8] κάναμε την τιμητική εκδήλωση για τους ομογενείς μας. Πέρυσι, στον ίδιο τόπο, κάναμε πάλι την ίδια εκδήλωση για τους ομογενείς. Όταν τελειώσαμε μου είπε ένας δημοσιογράφος που είναι στον Καναδά: «Σεβασμιώτατε, κάνατε μία παράληψη. Έπρεπε αφού ολοκληρώθηκε η εκδήλωση να πείτε πως θα περιεχθεί δίσκος σε όσους είμαστε παρόντες υπέρ τη λειτουργίας των ιδρυμάτων». Του απάντησα πως δεν ήταν παράληψις που μας διέφυγε, αλλά σκόπιμη «παράληψις». Διότι αυτή η εκδήλωσις γίνεται όχι για να μας δώσουν, αλλά ως «ευχαριστώ» για όσα μας έχουν δώσει. Η τιμή δεν είναι κίνητρο για να μας δώσουν, αλλά επειδή μας έδωσαν. Και σε όσους μας δίνουν εμείς χρωστούμε το «ευχαριστώ». Και το «ευχαριστώ» εκδηλώνεται κι ενσαρκώνεται με χίλιους δυο τρόπους˙ ως λόγος, ως τελετή τιμής, με την προσευχή μας, η οποία κάνει αδιαμφισβήτητη την αγάπη μας… Είναι, όμως, κι αυτό που είπες. Ο λαός μπορεί να εκλαμβάνει την τιμή και ως κίνητρο, γιατί υπάρχουν και άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να θέλουν να τιμηθούν.

– Λίγο πριν κλείσουμε την κουβέντα μας, θα ήθελα να μου πείτε λίγα λόγια για το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης της Μητρόπολης, τα προσεχή εγκαίνια του οποίου στάθηκαν η αφορμή για τη συζήτησή μας.
Όταν πρωτοήρθα, τα γραφεία της Μητρόπολης ήταν εκεί που είναι σήμερα το πνευματικό κέντρο. Το κτήριο αυτό ήτανε γιαπί. Είδα πίσω από το γραφείο μου κάποια χειρόγραφα αποθηκευμένα. Ρώτησα κι έψαξα τι ήταν και βρήκα πως ήταν χειρόγραφα των Μονών Ζερμπίτσης, Αγίων Αναργύρων και Αγίων Τεσσαράκοντα. Ρωτώντας περαιτέρω έμαθα πως ο μακαρίτης ο Κυπριανός, ο τρίτος εκ των προκατόχων μου, είχε κάνει μία εκστρατεία κατά της αρχαιοκαπηλίας. Επειδή οι αρχαιοκάπηλοι ελυμαίνοντο την περιοχή μας, όπως κι άλλες περιοχές, υπεχρέωσε τους ιερείς και τα εκκλησιαστικά συμβούλια να συγκεντρώσουν στη Μητρόπολη όλες τις εικόνες που έχουν αξία, δίνοντας στον καθένα απόδειξη παραλαβής. Όταν γκρεμίστηκε το παλαιό κτήριο που εστέγαζε τα γραφεία, ετοποθέτησαν τις εικόνες αυτές στη μονή των Αγίων Τεσσαράκοντα μέσα σε μπαούλα. Όταν, λοιπόν, είδα αυτές τις εικόνες ήταν σαν να έγινε ένας διάλογος δικός μου με εκείνες. Ήταν σα να μου είπαν οι εικόνες: «Εμείς δεν είμαστε για εδώ, είμαστε για έναν άλλον τόπο. Είτε για την εκκλησία να προσεύχονται οι άνθρωποι μπροστά μας, είτε -σε τελευταία ανάλυση- για κάποιο μουσείο να θαυμάζουν οι άνθρωποι την τέχνη των αγιογράφων ή να ωφελούνται οι επισκέπτες που θα έχουν και πνεύμα μαθητείας».
   Από εκείνη τη στιγμή και μετά ανασκουμπώθηκα και σκέφτηκα πως δεν πρέπει να τις φάει ο σκόρος, γιατί μερικές ήταν αγνώριστες. Βρήκα, λοιπόν, έναν πολύ καλό συντηρητή τον οποίο είχε, μεταξύ άλλων, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, προχωρήσαμε στη συντήρηση και τις τοποθετήσαμε προσωρινά στον επάνω όροφο του Επισκοπείου. Όμως επειδή ο χώρος δεν ήταν επισκέψιμος τις άφησα εκεί μέχρι τώρα που μου δόθηκε η ευκαιρία να τις τοποθετήσω στο δικό τους χώρο. Έκανα, επίσης, και κάτι ακόμα. Τις φωτογράφισα όπως τις βρήκα και τις ξαναφωτογράφισα όπως βγήκαν από τη συντήρηση. Κράτησα μία σειρά φωτογραφιών εγώ και έδωσα από μία στην αστυνομία και στην εισαγγελία, ούτως ώστε εάν γίνει κάποτε κλοπή να έχουμε στα χέρια μας αυτά τα αντίγραφα και να προχωρήσουμε στα ίχνη.
   Όσον αφορά τη βιβλιοθήκη, αποτελείται από βιβλία που βρήκα όταν ήρθα και θα ήταν περίπου 2.000, από τα βιβλία, τα προσωπικά μου, που έφερα και θα είναι ίσως 4.000 και τα οποία παραχωρώ στη Μητρόπολη, καθώς και από όποιο άλλο βιβλίο ήρθε αυτό το διάστημα των 35 ετών προς τον Μητροπολίτη με αφιερώσεις διαφόρων συγγραφέων. Όλα αυτά έχουν μπει σε μία σειρά. Έτσι υπάρχει ξεχωριστός υπεύθυνος τόσο για την Βιβλιοθήκη, όσο και για το Μουσείο και θα μπορούν οι άνθρωποι να δανείζονται βιβλία της Βιβλιοθήκης, αλλά και να επισκέπτονται το Μουσείο σε ημέρες και ώρες που θα ορίσουμε.
   Θα κάνουμε, λοιπόν, διπλά εγκαίνια˙ όχι μόνο του Μουσείου, αλλά και της Βιβλιοθήκης. Το μεν βρίσκεται στον όροφο του διπλανού κτηρίου, η δε στο ισόγειο. Τα εγκαίνια θα τα πραγματοποιήσουμε στις 28 Σεπτεμβρίου, ημέρα που είναι η επέτειος της ενθρόνισής μου ως Μητροπολίτου. Ίσως αυτή είναι μία αδυναμία μου, αλλά θα ήθελα να υπάρξει μια ιστορική σύνδεση της τελετής των εγκαινίων.

– Ολοκληρώνοντας, απευθυνόμενος στους αναγνώστες μας ποια θα θέλατε να είναι η κατακλείδα της κουβέντας μας;
Αν πρέπει αυτή η κατακλείδα να έχει σχέση με όσα είπαμε είναι αδύνατον να ανακεφαλαιώσουμε. Θα ήθελα οι αναγνώστες της εφημερίδας σας να διαβάζουν και να έχουν πνεύμα μαθητείας. Να έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη στην Εκκλησία μας και μάλιστα στην τοπική Εκκλησία, αφού εδώ ζουν. Αν υπάρχει κάποιο θέμα τους, κάποιο πρόβλημά τους, ή κάτι που δεν το καταλαβαίνουν ας έρθουν να κουβεντιάσουμε. Παιδί μου, είμαι υπέρ του διαλόγου και η πόρτα μου είναι πάντοτε ανοικτή. Οποιαδήποτε στιγμή θελήσει κάποιος μία συνέντευξη, έναν διάλογο ή μία συζήτηση θα είμαι στη διάθεσή του. Λέγω πολλές φορές ότι και στις 12 τη νύχτα αν εσείς μπορείτε, εγώ θα τα καταφέρω να είμαι εκεί. Να είμαστε όλοι ενωμένοι κάτω από το μάτι του Θεού που τα πάντα βλέπει και να νοιώθουμε τον εαυτό μας στην αγκαλιά Του που τα πάντα στέγει. Διότι η πείρα μου, αλλά και η διδασκαλία των Αγίων της Εκκλησίας μας, λέει πως «αν έχεις λύπη ο Χριστός σου λείπει». Επομένως, Αυτός να μη μας λείπει από τη ζωή μας και όλα θα έρθουν κατ’ ευχήν.