Νίκος Β. Γεωργιάδης

Νίκος Β. Γεωργιάδης ΣπάρτηΣυνέντευξη στο
Νίκο Ι. Καρμοίρη

Αρκεί ίσως μια πρώτη γνωριμία για να διαπιστώσει κανείς την ευγένεια και το ήθος που τον διακρίνουν. Γνωριστήκαμε πριν λίγα χρόνια κι από τότε κάθε φορά – από τις ελάχιστες – που τον επισκέφτηκα στο φωτογραφείο του έφευγα πιο γαλήνιος, συναναστρεφόμενος με την «ευγένεια μιας άλλης εποχής».

Έχει γράψει έναν αρχαιολογικό οδηγό για το Μυστρά κι έχει ασχοληθεί ακόμα περισσότερο με τη Σπάρτη ιστορικά και πολιτιστικά, έχοντας βάλει αρκετά λιθαράκια στο τοπικό γίγνεσθαι παντοιοτρόπως. Ωστόσο, χαρακτηρίζεται από σεμνότητα κι αποφεύγει να προβάλει τον εαυτό του.

Ο λόγος για τον κ. Νίκο Γεωργιάδη, τον μέχρι πρότινος Πρόεδρο της Πνευματικής Εστίας Σπάρτης, με τον οποίο συνομιλήσαμε με αφορμή την πρόσφατη παρουσίαση του πρώτου του βιβλίου για τη Σπάρτη.

Ο κ. Νίκος Γεωργιάδης, άνοιξε τις πόρτες του Μουσείου Νεότερης Σπάρτης – όπου και φιλοξενήθηκε η κουβέντα μας – και παραχώρησε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη στα «ΠΡΟΣΩΠΑ», με ιστορικές προεκτάσεις…

– Δηλώνετε – και το αποδεικνύετε διαρκώς – μεγάλος λάτρης της Σπάρτης. Από πού πηγάζει αυτή η απύθμενη αγάπη σας για την πόλη μας;
Νομίζω ότι όσοι έχουν γεννηθεί σε μία πόλη είναι αυτονόητο να την αγαπούν. Υπάρχουν δύο κατηγορίες, εκείνοι που φεύγουνε και εκείνοι που μένουν. Οι πρώτοι κατά καιρούς την επισκέπτονται γιατί έχουν δικούς τους ανθρώπους κι αναμνήσεις εκεί. Οι δεύτεροι, που δεν έχουν φύγει ποτέ από την πόλη, ασχολούμενοι με αυτή βρίσκουνε πράγματα που τους κάνουν πιο φίλους με την γενέτειρά τους και η σχέση τους γίνεται πιο ζεστή. Εγώ δεν έφυγα ουσιαστικά από την πόλη, εκτός από τη θητεία μου στο στρατό για δυόμιση χρόνια, ενάμιση χρόνο πριν τον στρατό στην Αθήνα κι ένα έτος μετά στη Γερμανία να για να μάθω την τέχνη της φωτογραφίας. Συνεπώς έλειψα 5-6 χρόνια από το διάστημα της μέχρι σήμερα ζωής.
     Το γιατί ιδιαίτερα αγάπησα ή ασχολήθηκα με τη Σπάρτη; Ένας λόγος είναι ότι αφού είχε ιδρυθεί η οικογενειακή επιχείρηση δέκα χρόνια πριν από εμένα, τα πρώτα μου παιχνίδια ήταν άδεια πολύχρωμα κουτιά από φιλμ και πολλές φωτογραφίες με γεγονότα, με γάμους, με βαφτίσια, με εκδηλώσεις που βρίσκονταν στο αρχείο του φωτογραφείου και πολλές από αυτές μου κινούσαν την περιέργεια με αποτέλεσμα να ρωτάω συνέχεια για αυτές.

– Όπως είπατε, γεννηθήκατε σε φωτογραφική οικογένεια και σήμερα η τρίτη γενιά συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση. Ποιος ο ρόλος σας της φωτογραφίας στην ενασχόλησή σας με τον πολιτισμό;
Ο ρόλος της φωτογραφίας ήταν σημαντικός. Αν, για παράδειγμα, ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος δεν ξέρω αν θα υπήρχε η οπτική επαφή μου με ντοκουμέντα καταστάσεων και πραγμάτων, τα οποία ήταν παρελθόντων ετών από εμένα, αλλά φυσικά και σύγχρονα με εμένα. Έβλεπα φωτογραφίες του αρχείου και ρωτούσα τι κάνει ο ένας, τι κάνει ο άλλος, ποιοι απεικονίζονται κτλ. Συνεπώς, ήμουν ταυτισμένος με την ιστορία της πόλης από πολύ μικρός. Παρατηρούσα καταστάσεις που για εμένα ήταν πολλές φορές περίεργες και παράξενες. Επί παραδείγματι, υπήρχαν φωτογραφίες κοινωνικής δραστηριότητας όπως γάμοι, γλέντια, χοροί κτλ. Κάτι, όμως, το οποίο συνέβαινε έως τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, περίπου δηλαδή έως το 1950-60, ήταν όταν πέθαινε κάποιος συγγενείς μεγάλης ηλικίας να περιβάλλουν το φέρετρο οι συγγενείς, κυρίως, και να βγάζουν φωτογραφία με το φέρετρο ανοικτό μόλις τελείωνε η εξόδιος ακολουθία έξω από το ναό, ή ακόμα και στο νεκροταφείο λίγο πριν τον ενταφιάσουν. Στη συνέχεια έστελναν τις φωτογραφίες σε αντιστοίχους συγγενείς των στην Αμερική, γιατί όπως ξέρουμε στα 1890 περίπου είχε αρχίσει η μετανάστευση από τη Λακωνία, κι επεδίωκαν με κάθε τρόπο πάντα να υπάρχει μια γέφυρα.
     Στην πορεία άρχισα κι εγώ να ασχολούμαι και να συγκεντρώνω φωτογραφίες ενισχύοντας το αρχείο, ή αποσπάσματα που διάβαζα σε παλιές εφημερίδες ή περιοδικά. Θα έλεγα πως υπήρξα ένας απλός συλλέκτης. Καθώς μεγάλωνα, θα τολμούσα να πω, πως η περιέργεια γινόταν πάθος. Αποτέλεσμα, με τις γνώσεις και την εμπειρία που αποκτούσα, να αρχίζω συστηματικά πλέον να συλλέγω και έντυπες, αλλά και προφορικές ιστορίες και αναμνήσεις από ανθρώπους της πόλης. Έτσι, όλα αυτά με έκαναν να δένομαι περισσότερο με την πόλη και την ιστορία της.

– Έως πρόσφατα υπηρετούσατε για περίπου 50 συναπτά έτη ως Πρόεδρος την Πνευματική εστία Σπάρτης. Πως γεννήθηκε η ΠΕΣ με την οποία έχετε συνδέσει το όνομά σας;
Για 47 για την ακρίβεια! Παλιότερα, οι Νομάρχες ήταν μετακλητά πρόσωπα, που σημαίνει ότι άλλαζαν ανάλογα με τις κυβερνητικές μεταβολές. Το 1960 ήταν εδώ ένας νέος Νομάρχης, ο Στυλιανός Σκανδάλης, ωραίος άνθρωπος, που έμεινε πέντε χρόνια. Στα δύο κιόλας πρώτα χρόνια είχε συνδεθεί με πολλούς αξιόλογους συμπολίτες μας. Αγάπησε την πόλη και τους ανθρώπους της, και μεταξύ αυτών γνώρισε κι εμένα κι αναπτύξαμε πολύ φιλικές σχέσεις. Σε κάποιες συζητήσεις μας εντόπισε ότι λείπει από τη Σπάρτη ένας φορέας δημιουργίας πολιτισμού. Μου ζήτησε να βρω 10 ανθρώπους, οι οποίοι να μην έχουν ασχοληθεί ούτε με οδηγισμό, ούτε με φιλανθρωπικά σωματεία, ούτε με τίποτα άλλο. Ήθελε να είναι εντελώς «παρθένοι», για να αρχίσουν από το μηδέν, να συγκροτήσουν τον πυρήνα του πολιτιστικού συλλόγου και να ασχοληθούν εξολοκλήρου με το νέο φορέα. Στην πορεία θα ήταν ευπρόσδεκτοι και όλοι όσοι θα ήθελαν να συμμετάσχουν και να βοηθήσουν. Βρήκα 10 άτομα συνομήλικά μου, τους μετέφερα την πρόσκληση του Νομάρχη και πήγαμε στο γραφείο του, όπου μας εξέθεσε τις σκέψεις του και τους σκοπούς δημιουργίας ενός τέτοιου φορέα. Είπε μάλιστα πως δεν ήθελε να είναι παρών στις συζητήσεις μας πάρα μόνο την τελευταία μέρα που θα συζητούμε για την ονομασία του συλλόγου.
     Ακούστηκαν διάφορες και ενδιαφέρουσες απόψεις, όπως μία που μου έρχεται τώρα στο μυαλό: «Χείλων ο Λακεδαιμόνιος» Πολιτιστικός Φορέας Σπάρτης. Εκείνος μας πρότεινε το όνομα Πνευματική Εστία Σπάρτης, λέγοντας πως είναι ένας τίτλος που περικλείει κι εκπροσωπεί ολόκληρη την πόλη. Μας άφησε να το σκεφτούμε και αποδείχθηκε ότι είχε δίκιο. Γιατί πράγματι, επί το ακούσματι άνοιξαν αρκετές πόρτες.
     Έτσι λοιπόν, υπήρξα κι εγώ στην ομάδα των ιδρυτικών μελών. Δεν είχα όμως ποτέ τις σκέψεις να βρίσκομαι στην κορυφή, ως πρόεδρος, μιας προσπάθειας. Μπορώ κι από πολύ πιο χαμηλά να προσφέρω. Κάποια στιγμή έγιναν διάφορες αλλαγές και από τότε ανέλαβα επικεφαλής. Θεώρησα ότι, όσο μπορούσα, έπρεπε να είμαι εκεί, ως χρέος απέναντι στον τότε Νομάρχη, γιατί ήμουν ο πρώτος που του είχε αποκαλύψει τις ωραίες εκείνες σκέψεις του.

– Πρόσφατα πραγματοποιήθηκαν αρχαιρεσίες στην ΠΕΣ και αποχωρήσατε από τη θέση του Προέδρου. Αλλαγή σελίδας για την Εστία;
Άλλαξε η σελίδα, αλλά χωρίς ανταγωνισμούς. Ουδέποτε αυτά τα 53 χρόνια της ΠΕΣ έγινε ποτέ ανταγωνισμός στη θέση των επικεφαλής. Υπήρχε πάντα μία ήπια πολιτική και κανείς ποτέ δεν έβαλε υποψηφιότητα με σκοπό να προβληθεί κοινωνικά ή οτιδήποτε άλλο όπως συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις. Έτσι, δεν έλαβα μέρος σε συναγωνισμούς στις εκλογές. Απλά αποσύρθηκα από την θέση την πιο υπεύθυνη, του πρώτου μεταξύ ίσων όπως λέγεται και μεταπήδησα στη θέση του ίσου μεταξύ ίσων, απλώς να είμαι μέσα και να προσπαθώ να προσφέρω όσο μπορώ. Δεν εγκατέλειψα, θα μπορούσα να πω αρκετά, φεύγω. Έκανα, όμως, στην άκρη να έρθει ο επόμενος. Ουσιαστικά είμαι μέσα κι όσο μπορώ θα βοηθάω.

– Ένα μεγάλο επίτευγμα της ΠΕΣ είναι η δημιουργία του Μουσείου Νεότερης Σπάρτης. Πως προέκυψε αυτό το όραμα;
Θα έλεγα ότι κι εδώ έχω βάλει το δάχτυλό μου. Ακριβώς επειδή είχα εθιστεί με το παρελθόν της πόλης μέσω των φωτογραφιών και επειδή στο κατάστημα που έχουμε υπήρχε πλήθος φωτογραφικών ντοκουμέντων από το 1924 που δημιουργήθηκε το φωτογραφείο, σκεφτόμουν πως έπρεπε τα πιο σημαντικά από αυτά να αξιοποιηθούν.
     Είχαμε εντοπίσει αυτό το νεοκλασικό σπίτι που στεγάζεται σήμερα η Εστία και δοκιμάσαμε να ρωτήσουμε αν το πουλούσε η κυρία που το είχε κι έμενε μόνη της τότε εδώ. Με τα χίλια βάσανα και πολύ αγώνα καταφέραμε να πείσουμε τους κληρονόμους, γιατί στο μεταξύ η ιδιοκτήτρια «έφυγε», να το αγοράσουμε. Τελικά δέχθηκαν να μας το δώσουν με δόσεις. Τείναμε χείρα ευγενούς επαιτείας προς πάσα κατεύθυνση, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, και το καταφέρναμε σιγά σιγά.
     Φτάσαμε, όμως, στο σημείο να μην μπορούμε να συμπληρώσουμε την τελευταία δόση και τότε η ιδέα που απλώς υπήρχε στο νου μου ήρθε κι έδεσε, αφού ζητήσαμε τη βοήθεια του Δήμου. Τότε ήταν Δήμαρχος ο αείμνηστος Αντωνάκος. Του εξηγήσαμε την κατάσταση και ζητήσαμε ο Δήμος να βοηθήσει στην αποπληρωμή της τελευταίας δόσης γιατί αλλιώς θα χάναμε όλο κτήριο. Συμφωνήσαμε να «πουλήσουμε» τον όροφο στο δήμο και παρακαλέσαμε να μην γίνουν εκεί γραφεία του δήμου αλλά να μας επιτρέψουν να δημιουργήσουμε ένα μουσείο, το οποίο και θα τους παραχωρούσαμε. Δέχτηκε και το Δημοτικό Συμβούλιο. Όλο αυτό ξεκίνησε από το 2004. Την ευθύνη από την πρώτη μέρα για τη συγκρότηση του μουσείου, την επιλογή των θεμάτων και την διάταξή τους όπως είναι σήμερα την είχε και την έχει μια συμβουλευτική επιτροπή που συγκροτήθηκε τότε από τον ακαδημαϊκό κ. Χρύσανθο Χρήστου και τους πανεπιστημιακούς κ.κ. Ζία, Πίκουλα και Σίνο. Όλη αυτή η ομάδα είχε αναθέσει να την εκπροσωπεί ο κ. Δεληβοριάς, ο μέχρι πρότινος Διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, που συνεχώς έχει και θα έχει εις το διηνεκές, όσο δύναται, την επιστημονική ευθύνη του Μουσείου.
     Το Μουσείο Νεότερης Σπάρτης λειτούργησε πρώτη φορά το 2010, όταν και ολοκληρώθηκαν όλες οι εργασίες. Έκτοτε λειτουργεί με την ευθύνη και τον πατριωτισμό των μελών της ΠΕΣ, γιατί ο Δήμος, λόγω της οικονομικής συγκυρίας δεν έχει τη δυνατότητα να βοηθήσει ουσιαστικά το Μουσείο από πλευράς προσωπικού, πέραν των πενταμηνίτων που έχει δώσει κατά καιρούς. Ωστόσο, και μόνη της η Εστία τα πήγε αρκετά καλά και απόδειξη είναι ότι το Μουσείο μας έγινε μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM).

– Μεγαλύτερη διάκριση για την Εστία αποτέλεσε η βράβευσή της από την Ακαδημία Αθηνών;
Πράγματι, δόθηκε στην Πνευματική Εστία το αργυρό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών το 1996. Εισηγητής για να γίνει αυτό ήταν ο αείμνηστος Νικηφόρος Βρεττάκος, ο οποίος ήταν επίτιμος πρόεδρος της Εστίας. Κάποια στιγμή ο φίλος μας και σημαντικός βοηθός μας Νικηφόρος είπε στην Ακαδημία ότι μέχρι τότε βράβευε διάφορες προσπάθειες ή καταστάσεις που μπορεί να γίνουν, για παράδειγμα, σε μία μέρα π.χ. αυτοθυσίας κ.τ.λ., καθώς και συλλογικές προσπάθειες όταν ο φορέας συμπλήρωνε 50 χρόνια δράσης. Τους εξέθεσε την περίπτωση της Εστίας μιλώντας για την ποιότητα και τη συχνότητα των εκδηλώσεων. Τότε είχαμε την ευκαιρία και πραγματοποιούσαμε μία εκδήλωση κάθε εβδομάδα από το Σεπτέμβριο έως το Μάιο, δηλαδή τέσσερεις εκδηλώσεις το μήνα και είχαμε επίσης ορισμένη μέρα την εβδομάδα για συνεδριάσεις. Έτσι παρομοίασε την Εστία με ναό. Ο τρόπος με τον οποίο η πνευματική εστία ενημερώνει θυμίζει τη λειτουργία ενός ναού. Ο ναός είναι πάντοτε ανοικτός και κάποιες φορές, ενώ λειτουργεί ο ιερέας, μπαίνει κάποιος κάνει το σταυρό του ανάβει ένα κερί και φεύγει, κάποιες άλλες μένουν τρεις-τέσσερεις άνθρωποι, ενώ όταν ο ναός γιορτάζει γεμίζει και το προαύλιο! Έτσι, ξέρουνε όλοι ότι την τάδε ημέρα λειτουργεί η Εστία. Άλλοτε είναι γεμάτη, άλλοτε είναι μισή, όμως πάντοτε είναι ανοικτή.

– Έχετε βιώσει σημαντικές πτυχές της σύγχρονης ιστορίας της πόλης, όπως το Σπάρταθλον. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό.
Όλα έγιναν εντελώς συμπτωματικά. Ένα απόγευμα Κυριακής με δύο ακόμα συμπολίτες πηγαίναμε περίπατο στην ακρόπολη της Σπάρτης. Φτάνοντας κοντά στο άγαλμα του Λεωνίδα είδαμε να καταφτάνει ένας δρομέας, ο οποίος ήταν ταλαιπωρημένος πολύ και να ακουμπά στο άγαλμα. Ανάμεσα σε εκείνους που τον συνόδευαν ήταν ο Βρετανός πρόξενος της Ελλάδας και ένας Ελληνοκύπριος δημοσιογράφος των TIMES του Λονδίνου. Πλησιάσαμε τον δημοσιογράφο και ρωτήσαμε τι συνέβαινε. Μας εξήγησε πως τρεις Άγγλοι αεροπόροι και ταυτόχρονα αθλητές μεγάλων αποστάσεων είχαν διαβάσει την ιστορία του Φειδιππίδη και ήθελαν να διαπιστώσουν εάν ήταν ανθρωπίνως δυνατό, ξεκινώντας από την Αθήνα να καλύψουν την απόσταση σε μία μέρα και να φτάσουν στη Σπάρτη τη δεύτερη.
     Ρωτήσαμε τον πρόξενο γιατί δεν μας ειδοποίησαν νωρίτερα για να τους περιμένουν ο Δήμαρχος και οι λοιπές αρχές, καθώς έβγαζαν στην επιφάνεια ένα κομμάτι της ιστορίας μας. Εκείνος μας ρώτησε: «Κι αν δεν φτάναμε;». Εκεί κοντά έμενε ο τότε Βουλευτής Παρασκευάς Φουντάς. Πήγαμε του εξηγήσαμε και τον φωνάξαμε να τους βραβεύσει. Κόψαμε, λοιπόν από μια ελιά τρία κομμάτια φτιάξαμε πρόχειρα στεφάνια και τα δώσαμε στο Βουλευτή να τους τα φορέσει. Ο πρόξενος μας ευχαρίστησε και είπε πως έτσι έκαναν και οι πρόγονοί μας. Όμως φεύγοντας σκεφτήκαμε ότι τα στεφάνια θα ξεραθούν και έπρεπε να δώσουμε στους αθλητές κάτι που να έχουν να το θυμούνται. Πήγαμε, έτσι, στον κ. Μαγγαλουση με πήλινα που έφτιαχνε και κάποια μικρά τουριστικά αγγεία. Του είπαμε τι συνέβη και κατενθουσιασμένος θέλησε να μας βοηθήσει. Είχε πάψει να φτιάχνει όμως τέτοια και ψάχνοντας στον αποθέτη βρήκε με δυσκολία δύο κι αργότερα ένα ακόμα που ήταν λίγο σπασμένο. Έτσι σπάσαμε με μία τανάλια και τα άλλα δύο στο ίδιο σημείο για να έχουμε τρία ίδια. Ήθελαν όμως μια βάση. Έτσι πήγαμε σε έναν επιπλοποιό, ο οποίος ήταν και παλιός ποδοσφαιριστής. Αυτός κατά κανόνα, εκείνα τα χρόνια, δούλευε βράδυ. Του εξηγήσαμε τι θέλαμε και ενθουσιασμένος δέχτηκε αμέσως να μας βοηθήσει.
     Με αυτά και με εκείνα, η ώρα είχε περάσει. Πήγαμε βρήκαμε στη συνέχεια έναν αγιογράφο-επιγραφοποιό. Εκείνος ότι είχε πλαγιάσει. Τον σηκώσαμε από το κρεβάτι και του είπαμε τι ζητούσαμε. Του δώσαμε τα αγγεία, που ήταν απλά ψημένα κι όχι ζωγραφισμένα να τα φτιάξει και θα πηγαίναμε το άλλο πρωί να τα πάρουμε. Την άλλη μέρα πήραμε τις βάσεις στερεώσαμε τα αγγεία και ο επιγραφοποιός έγραψε στο καθένα το όνομα και το χρόνο του καθενός αθλητή. Κλείσαμε τον πάτο των αγγείων με χαρτιά και γύψο και γεμίσαμε το πάνω μέρος με χώμα από την αρχαία Σπάρτη.
     Το μεσημέρι πήγαμε στο εστιατόριο που έτρωγαν οι Άγγλοι και περιμέναμε έως ότου να ξεφάνε. Τότε τους πλησιάσαμε και τους δώσαμε τα έπαθλα κι εκείνοι εξεπλάγησαν. Όσο γινόταν αυτό, ο πρόξενος συννέφιαζε και κάποια στιγμή με πλησίασε και με ρώτησε ποιος από το προξενείο μας είχε ειδοποιήσει για το εγχείρημά τους, μιας και είχαν αποφασίσει να το κρατήσουν κρυφό. Του είπα πως κανείς δεν μας είχε ενημερώσει και τότε απόρησε πως καταφέραμε να ετοιμάσουμε όλα αυτά τα πράγματα. Του εξήγησα πως εργαστήκαμε όλη τη νύχτα και κλονίστηκε. «Όλη τη νύχτα κάνατε αυτό για εμάς;», με ρώτησε. «Το κάναμε γιατί αναδείξατε ένα κομμάτι της ιστορίας μας», του απάντησα. Ο δημοσιογράφος των TIMES έκανε ένα ολόκληρο άρθρο για αυτό το θέμα.
     Όταν το Σπάρταθλον πήρε επίσημες διαστάσεις και αναπτύχθηκαν σχέσεις μεταξύ του Διεθνούς Συνδέσμου και του Δήμου, ο Σύνδεσμος αποφάσισε λόγω της τότε εμπλοκής μας η Πνευματική Εστία να είναι τιμής ένεκεν ο δεύτερος αθλοθέτης.

– Πρόσφατα παρουσιάσατε το πρώτο σας βιβλίο με τον τίτλο «Περί Σπάρτης»…
Όπως είπα, επειδή είχα εμπλακεί με το αρχείο της οικογένειας, αλλά και στη συνέχεια συλλέγοντας, διαβάζοντας κ.τ.λ., είχα κάνει μερικές διαλέξεις [τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Σπάρτη: στη Στέγη Νεότητος, στη βιβλιοθήκη και αργότερα στο δικό μας χώρο] με θέματα που αφορούσαν τη Σπάρτη από την ανίδρυσή της το 1834 μέχρι το 1900. Αυτή είναι και η πιο «σκοτεινή» περίοδος που δεν έχουμε πολλά ντοκουμέντα, κυρίως γιατί δεν υπάρχουν πολλές εφημερίδες – όπως υπάρχουν μετά το 1900 – για να αντλήσει κανείς στοιχεία. Με πείσμα και με μέθοδο κατάφερα να πραγματοποιήσω αυτές τις διάφορες ομιλίες και ουσιαστικά να είναι ομιλίες, οι οποίες έχουν μία χρονική συνέχεια. Ξεκίνησα από την ανίδρυση και το διάταγμα του Όθωνα, που έλεγε πως όσοι έρθουν πρώτοι στο χώρο που θα κτιστεί η νέα Σπάρτη και μπορούν να κτίσουν σε τέσσερεις μήνες το οικόπεδο θα τους δοθεί δωρεάν! Είναι, θα έλεγα, ένα βιβλίο που έλλειπε έως τώρα, με την έννοια ότι δεν υπήρχε κάποιο αντίστοιχο που να έχει ασχοληθεί με την ιστορία της σύγχρονης πόλης. Είναι, θεωρώ, μια μικρή συμβολή στην πόλη και ίσως ένας τρόπος να παρασύρω κάποιους πολύ ικανότερους από εμένα είτε να συμπληρώσουν, είτε να συνεχίσουν από το 1940 που σταματάω.

– Με δεδομένο ότι πραγματεύεται την περίοδο από την ανίδρυση της πόλης έως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι αναγνώστες μπορούν να περιμένουν μία συνέχεια;
Υπάρχουν πολλοί που μου λένε ότι περιμένουν και το δεύτερο βιβλίο! Το δεύτερο είναι λίγο δύσκολο να βγει για πολλούς λόγους. Μη γελιόμαστε… Μπορεί να έχω αρκετά στοιχεία, αλλά είναι πολύ δύσκολο διότι είναι κι η περίοδος που ταυτίζεται με τον εμφύλιο. Είναι λίγο λεπτό το θέμα. Τι να καταγράψεις; Να καταγράψεις τις μάχες που κατά καιρούς έγιναν την περίοδο του εμφυλίου; Προσωπικά δεν είμαι σε θέση να το κάνω. Μπορεί, όμως, να κάνω ένα άλλο βιβλίο, διαφορετικό…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

– Έχετε πραγματοποιήσει μία τεράστια έρευνα που αφορά την ιστορία του Τύπου της Λακωνίας. Ένα έργο που, ωστόσο, παραμένει υπό έκδοση.
Είναι ένα έργο που ξεκίνησε πάνω από 25 χρόνια πριν. Συχνά, ερευνώντας διάφορα θέματα, κατέφευγα στις παλιές εφημερίδες. Κι έψαχνα δεξιά κι αριστερά, σε σπίτια, παντού να βρω κάτι που να είναι σπουδαίο κι εντυπωσιακό. Έκανα έρευνα στη βιβλιοθήκη της Σπάρτης και στις μεγάλες των Αθηνών, αλλά δεν θα έλεγα ότι ήμουν ικανοποιημένος με τα στοιχεία που έπαιρνα έως τότε. Έτσι, άρχισα να καταφεύγω με τη βοήθεια των ίδιων των εντύπων σε απογόνους εκείνων που είχανε εμπλακεί σε εφημερίδες ως διευθυντές, συντάκτες κ.τ.λ. Σκέφτηκα, λοιπόν, πως κάποιοι από αυτούς, απόγονοι δεύτερης ή και τρίτης ενδεχομένως γενιάς, μπορεί να είχαν κάποιο φύλλο. Αυτό, βέβαια, ήταν χρονοβόρο και καθόλου εύκολο. Μάλιστα, κάποιος έκανε επτά χρόνια να μου απαντήσει, αλλά όταν επικοινώνησε μαζί μου είχε βρει πράγματι κάτι πολύ σημαντικό. Ο πατέρας του ήταν το 1917 νομογεωπόνος Λακωνίας και είχε τυπώσει τότε ένα μικρό φυλλάδιο 10-15 σελίδων με συμβουλές και διάφορα άλλα πράγματα γεωργικού ενδιαφέροντος. Θεωρείται, λοιπόν, ως το πρώτο εξειδικευμένης ύλης περιοδικό στην ιστορία του τύπου!
     Κάποτε, πριν 14 χρόνια το πήγα σε χειρόγραφα στο Εθνικό Κέντρο Ερευνών, συναντήθηκα με την επικεφαλής του τμήματος Νεοελληνικών Μελετών και σε συνεργασία με έναν συνεργάτη της το μελετήσαμε για αρκετές ώρες. Μου είπαν τότε ότι μπορούσαν να το εκδώσουν, αλλά δεν ήξεραν το πότε. Έτσι το πήρα, γιατί εκείνη την εποχή ήμουν πρόεδρος της βιβλιοθήκης Σπάρτης και σκέφτηκα ότι εμπίπτει στην αρμοδιότητά της, μήπως μπορούσαμε να το εκδώσουμε μέσω της βιβλιοθήκης.
     Το βιβλίο αυτό δεν είναι απλώς μια καταγραφή των εντύπων και εφημερίδων της περιοχής μας. Δεν είναι ένας κατάλογος. Αποτελείται από πολλά διαφορετικά κεφάλαια, που εξυπηρετούν το ίδιο σκοπό, μέσα από τα οποία παρουσιάζεται η ιστορία του τύπου και συνεπώς η πορεία της ίδιας της πόλης. Είναι λίγο μεγαλούτσικο κι έχει υψηλό κόστος εκτυπώσεως. Ελπίζω κάποια στιγμή να καταφέρουμε να βγει…

– Ποια είναι τα στοιχεία που πρέπει να διακρίνουν έναν καλό και σωστό ερευνητή;
Καταρχάς υπάρχουν οι επιστήμονες ερευνητές. Αυτοί ξέρουνε που να κινηθούν. Εγώ είμαι ερασιτέχνης ερευνητής. Είχα την τύχη, όμως, να έχω πάντα τα τελευταία τουλάχιστον 20-25 χρόνια επαφές με ανθρώπους καταξιωμένους, πανεπιστημιακούς κ.τ.λ., με τους οποίους μιλούσα σχετικά με τα θέματα που με απασχολούσαν και με κατηύθυναν. Η βοήθειά τους ήταν πολύ μεγάλη, αλλιώς ίσως να μην είχα κατορθώσει να κάνω πολλά πράγματα. Εξαρτάται, βέβαια, κι από το πάθος και το μεράκι που έχει κανείς.

– Σήμερα η πόλη σε τι επίπεδο πολιτισμικό θεωρείτε ότι βρίσκεται; Υπήρξαν κομβικά σημεία στην ιστορία της για την πολιτισμική της εξέλιξη ή μη;
Σήμερα όλες οι πόλεις είναι περίπου στο ίδιο επίπεδο. Όμως, σκεφτείτε τη Σπάρτη μέχρι το 1960˙ μην πάμε πιο πίσω. Απομονωμένη, ήθελε 5-6 ώρες για να έρθει το αυτοκίνητο από την Αθήνα! Αυτόν τον χώρο προσπάθησε να καλύψει η Πνευματική Εστία, δίνοντας διεξόδους στους ανθρώπους που είχαν ενδιαφέροντα. Σήμερα, πλέον και με σύγχρονα ηλεκτρονικά βοηθήματα δεν υπάρχει χώρος, μέρος ή πόλη απομονωμένη. Κι αν έχει κανείς μια έφεση να ασχοληθεί με τα πολιτιστικά πράγματα έχει περισσότερες δυνατότητες από άλλες εποχές. Βέβαια, υπάρχουν σχετικές δυσκολίες λόγω των οικονομικών συνθηκών. Όμως δεν υπάρχουν πόλεις απομονωμένες. Αν πάμε ακόμα πιο πίσω, πρίν το πόλεμο, η Σπάρτη ήταν εντελώς αποκλεισμένη. Ήθελες τουλάχιστον επτά ώρες μέχρι την Αθήνα. Πώς να έρθει, για παράδειγμα, κάποιος να μιλήσει;
     Τότε, λοιπόν, λίγο πριν τον πόλεμο υπήρξαν δυο σημεία ξεχωριστής πολιτισμικής διάκρισης. Το ένα είναι η ίδρυση ωδείου το 1936-37 και το δεύτερο ότι δημιουργήθηκε παράρτημα του Γαλλικού Ινστιτούτου. Σημαντικό ρόλο έπαιζε κι η Υπαίθριος Ζωή, ένα εκδρομικό Σωματείο, το οποίο, πριν αλλά και μετά τον πόλεμο, διοργάνωνε εκδρομές σε αρχαιολογικούς χώρους, ενώ έκανε κάποιες εκδηλώσεις πολύ αραιά. Αργότερα, ιδρύθηκε η Πνευματική Εστία, για την οποία προαναφέρθηκα εκτενώς. Στην ακόμα πιο σύγχρονη Σπάρτη σημαντικότατη προσφορά στον πολιτισμό της πόλης μας παρουσίασε και παρουσιάζει το Σαϊνοπούλειο Ίδρυμα, τόσο με το φεστιβάλ, όσο και με την συνολική παρουσία του στα τοπικά δρώμενα.

– Υπηρετείτε την πόλη ως στρατιώτης του πολιτισμού για δεκαετίες. Δεν προέκυψε ποτέ η ενασχόλησή σας με την τοπική πολιτική σκηνή; Υπήρξαν προτάσεις;
Όχι, δεν προέκυψε, πιθανόν και λόγω οικογένειας. Ο πατέρας μου με επέτρεπε να ασχοληθώ με την πολιτική. Αυτό, βέβαια, σαν παιδί, γιατί καθώς μεγάλωνα βρέθηκα να είμαι, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια – πριν από το ’60 κι ύστερα, πάντοτε κοντά στον εκάστοτε Δήμαρχο και στον εκάστοτε Νομάρχη φίλα προσκείμενος. Άκουγα πολλά πράγματα από αυτούς κι έβλεπα τί υποφέρουν αυτοί οι άνθρωποι. Άλλωστε υπάρχει κι η λαϊκή ρήση που λέει: «τα παράπονά σου στο Δήμαρχο!». Το τί τραβάει ο Δήμαρχος είναι άνευ προηγουμένου! Δύο φορές δέχθηκα εμμέσως προτάσεις να κατέβω και τις απέρριψα ευγενικά. Ανέκαθεν ήμουν της τάσης να μην πάρω μία θέση μέσα στην πόλη. Άλλωστε, παρασκηνιακά ήμουν πάντα κοντά στους μεγάλους, εξέθετα την άποψή μου και παρείχα την βοήθειά μου.

– Πρόσφατα, ένας αυτοδιοικητικός σε ιδιωτική μας συζήτηση αναφερόμενος σε εσάς μου είπε επί λέξει: «Πως θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε αυτή την κινητή βιβλιοθήκη;». Πως λοιπόν μπορεί να αξιοποιηθεί ο κ. Νίκος Γεωργιάδης από την τοπική πολιτεία;
Ένα μέρος των στοιχείων που έχω συλλέξει είναι καταγεγραμμένα στο βιβλίο μου. Και για οτιδήποτε άλλο, ας πούμε ότι δέχομαι 10-12 καθημερινά και τις Κυριακές όλη την ημέρα, όποιος θέλει να με συναντήσει (σ.σ. γέλια). Είμαι πρόθυμος να βοηθήσω όπου μπορώ και όπως μου ζητηθεί. Για παράδειγμα, στα εντός εισαγωγικών επιτεύγματα της Εστίας ήταν πως όταν ήρθε το ’82 ο Καραμανλής ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, έμαθα πως ο Δήμος του ετοίμαζε το χρυσό κλειδί της πόλης. Πήγα στο Δήμαρχο, ο κ. Σαχάμης ήταν τότε, και του εξήγησα πως θα ήταν μεγάλο σφάλμα γιατί η Σπάρτη ποτέ – από αρχαιοτάτων χρόνων – δεν είχε τείχη. Πως εμείς θα δώσουμε χρυσό κλειδί; Τέτοιου είδους παρεμβάσεις έχω κάνει αρκετές είτε προσωπικά, είτε σαν Εστία. Ήταν πολύ ενδιαφέρον ότι με τον κ. Σαχάμη δεν είχαμε μέχρι τότε ιδιαίτερες σχέσεις. Έκτοτε, όμως, με ρωτούσε αρκετά συχνά για διάφορα πράγματα που τον απασχολούσαν.

– Αν σας ζητούσαν να περιγράψετε «λακωνικά» τον πολυπράγμονα κ. Νίκο Γεωργιάδη, ποια θα ήταν η περιγραφή;
Στρατιώτης στην υπηρεσία της πατρίδος μου της Σπάρτης…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s