«ΠΡΟΣΩΠΑ δίπλα μας»: Γιάννης Τσουλόγιαννης

GKL_8162Συνέντευξη στο 
Νίκο Ι. Καρμοίρη

φωτογραφίες συνέντευξης:
Γιάννης Γκλέκας

Τον γνώρισα και μιλήσαμε πρώτη φορά μέσω διαδικτύου. Κάπως έτσι κανονίσαμε και δώσαμε ραντεβού για την συνέντευξη. Συζητώντας διαπίστωσα πως είναι ωραίος και δραστήριος τύπος, με γνώσεις, όρεξη για δημιουργία και πάθος για την μουσική.

Μοιραία, και λόγω ιδιότητας, η κουβέντα ξέφυγε από τα τεχνικά ζητήματα της οργανοποιίας και επεκτάθηκε και γύρω από ιστορικά του θέματος! Άλλωστε ο ίδιος ψάχνει, αναζητά, ερευνά…

Ο λόγος για τον Γιάννη Τσουλόγιαννη, φιλόλογο και Διδάκτορα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, που στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με την κατασκευή έγχορδων μουσικών οργάνων.

Ο Γιάννης Τσουλόγιαννης, μας υποδέχεται στο εργαστήρι του και μας μιλάει για την τέχνη της οργανοποιίας, για τη μουσική, για το μεράκι της δημιουργίας και για την μεγάλη και άγνωστη παράδοση οργανοποιών που κρύβει ο τόπος μας…

Κουρδίζουμε τα όργανά μας και ξεκινάμε!

– Ποιο ήταν το πρώτο μουσικό όργανο που επιχείρησες να κατασκευάσεις;
Ήταν ένας τζουράς, μικρό μπουζούκι δηλαδή. Είναι σκαφτός! Τον έφτιαξα σκάβοντας ένα κομμάτι ξύλο. Τον έχω κρατήσει και δεν τον έχω πειράξει από τότε. Παραμένει με τα λάθη και τα σημάδια της απειρίας μου!

– Τι ήταν αυτό που σε ώθησε να ασχοληθείς με την οργανοποιία;
Ξεκίνησα λόγω φτώχειας! Ήθελα, δηλαδή, να ξεκινήσω να μάθω ένα όργανο και, επειδή δεν είχα λεφτά, είπα πως θα το φτιάξω μόνος μου! Βρήκα ένα κομμάτι μουριά το έσκαψα και έφτιαξα το τζουρά. Πήγα σε έναν οργανοποιό στην Αθήνα και μου είπε την κλίμακα, τη διαίρεση της ταστιέρας δηλαδή, και μου έδωσε κι ένα κομμάτι έλατο. Μόλις το έφτιαξα, τί να σου πω; Ένιωσα μεγάλη υπερηφάνεια. Ένιωσα λες κι ήμουν ο Guarneri! Βέβαια, όλα τα επόμενα όργανα που επιχείρησα να φτιάξω ήταν μια μεγάλη αποτυχία. Ουσιαστικά έμαθα με δοκιμή και λάθος. Παρατηρούσα τί έκαναν οι υπόλοιποι κι «έκλεβα» τεχνικές, γιατί για τα λαϊκά όργανα δεν υπήρχε ούτε βιβλιογραφία, ούτε το ίντερνετ και η εύκολη πρόσβαση στην πληροφορία πριν από 20 περίπου χρόνια όταν ξεκινούσα. Οπότε η διαδικασία της δημιουργίας ήταν μια διαδικασία εντελώς διαφορετική σε σχέση με σήμερα. Και όποιος μάστορας υπήρχε δεν σου έδειχνε εύκολα. Είχα πάει σε κάποιους μαστόρους στην Αθήνα και με είχαν διώξει, γιατί δεν μοιραζόταν κανείς τις πληροφορίες που κατείχε.

– Πως επιλέγεις την πρώτη ύλη και πως το είδος του δέντρου διαφοροποιεί τον ήχο ή κάνει το όργανο πιο ανθεκτικό;
Η πρώτη ύλη είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα και εναπόκειται στον οργανοποιό αν θα μπορέσει να διαχωρίσει το κατάλληλο ξύλο και τί χρειάζεται στην κάθε περίπτωση. Επιλέγω την ξυλεία με βάση την ηχητική του ξύλου. Με ενδιαφέρει η αίσθηση και ο ήχος που δίνει το ξύλο στο χτύπημα, δηλαδή ακούω το ξύλο από πριν. Ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με φυσική. Ο ήχος είναι φυσική! Το σκάφος είναι γεωμετρία, η διακόσμηση είναι γραφιστική, και πίσω από όλα αυτά συνυπάρχουν οι τέχνες της ξυλουργικής και της οργανοποιίας.
     Επίσης, προσέχω κι άλλα πολύ συγκεκριμένα πράγματα, όπως η ξήρανση˙ αν είναι φυσική ή όχι. Αν το ξύλο προέρχεται από ξηραντήριο χάνει απότομα όλη του την υγρασία και τότε είναι άχρηστο, γιατί για να δουλευτεί χρειάζεται να έχει ελάχιστη υγρασία, την οποία θα την χάσει σταδιακά με τον καιρό. Παράλληλα, εξετάζω την παλαιότητα, την σκληρότητα, τα πάχη, τις γωνίες κ.ά. Παίζουν πολλά πράγματα ρόλο τα οποία σε βοηθάνε να καταλήξεις σε ένα άρτιο αποτέλεσμα, που αν καθίσουμε να τα αναλύσουμε θα μας πάρει ώρα. Για παράδειγμα το πάχος των εσωτερικών στηριγμάτων, η θέση τους κλπ έχουν το καθένα τη δική του σπουδαία σημασία για την διαμόρφωση του οργάνου. Και όλα αυτά τα ανακάλυψα εμπειρικά. Για αυτό άλλωστε συνεχίζω και μαθαίνω ακόμα…

– Ο οργανοποιός πέρα από μάστορας πρέπει να είναι και μουσικός;
Ε, βέβαια! Δεν μπορεί να μην παίζει. Δεν μπορεί να είναι βιρτουόζος γιατί είναι η φύση της τέχνης τέτοια που είναι πολύ σκληρή. Κουράζεσαι και ταλαιπωρούνται τα χέρια. Θεωρώ, όμως, πως είναι απαραίτητο να έχεις κάποιες ειδικές μουσικές γνώσεις γιατί αυτό βοηθάει. Όταν για παράδειγμα ξεκίνησε ο γιος μου να μαθαίνει βιολί βάλθηκα κι εγώ να του φτιάξω ένα. Έχω μείνει στην αρχή ακόμα. Έχω κάνει τα «χοντρά» κι έχω διαμορφώσει μόνο τις πλάτες του οργάνου, γιατί συνειδητοποίησα πως αν έχεις άγνοια από ορισμένα πράγματα, αν δεν έχεις ακούσματα ή δεν έχεις παίξει το συγκεκριμένο όργανο είναι δύσκολο να το κατασκευάσεις. Αυτή είναι η προσωπική μου οπτική. Γιατί υπάρχουν και οργανοποιοί, οι οποίοι δεν παίζουν ούτε νότα. Αυτή είναι μια άλλη προσέγγιση της τέχνης. Καταλαβαίνουν πως το όργανο είναι καλό από την εμπειρία.

– Πως ένας οργανοποιός αφήνει τη σφραγίδα του σε αυτή την τέχνη; Ποιο είναι το γνώρισμα που τον διαφοροποιεί;
Ο ήχος, η διάρκεια στο χρόνο και η εν γένει κατασκευή του οργάνου είναι τα τρία εκείνα βασικά γνωρίσματα ενός καλού οργανοποιού. Αν και το τρίτο, το πόσο, δηλαδή, επιμελημένο είναι ένα όργανο δεν παίζει και τόσο μεγάλο ρόλο για έναν σοβαρό παίχτη. Έτσι λοιπόν πιστεύω ότι την σφραγίδα του την αφήνει κάποιος με τον ήχο και με τη διάρκεια στο χρόνο. Για παράδειγμα, ο Guarneri, όταν ήταν στη φυλακή, είχε κατασκευάσει ένα βιολί, το οποίο είχε έναν τεράστιο ρόζο στη «γέφυρα», εκεί δηλαδή που μεταδίδεται ο ήχος. Παρά τον ρόζο το βιολί ήταν εξαιρετικό, γιατί ο Guarneri ήταν ταλαντούχος και σπουδαίος μάστορας. Επίσης ο Torres, ένας Ισπανός κατασκευαστής κιθάρας, ήταν εκείνος που διαμόρφωσε τη σύγχρονη κλασική κιθάρα έτσι όπως την γνωρίζουμε σήμερα˙ γιατί πρώτα ήταν πιο μικρή. Όταν κάποια στιγμή σταμάτησε να εισάγεται ο βραζιλιάνικος παλίσανδρος, ξύλο με το οποίο έφτιαχναν τις κιθάρες, για να αποδείξει ότι δεν παίζει τόσο μεγάλη σημασία το ξύλο όσο ο κατασκευαστής, έφτιαξε μία κιθάρα από πεπιεσμένο χαρτί. Το όργανο αυτό σήμερα φυλάσσεται σε μουσείο γιατί σαν όργανο είναι εξαιρετικό. Αυτό που αφήνει ο μάστορας πίσω του είναι ο ήχος και η αντοχή της κατασκευής στο χρόνο. Δεν θεωρώ ότι το όργανο έχει «ημερομηνία λήξης». Είναι απαράδεκτο, φερ’ ειπείν, ένα μπουζούκι εικοσαετίας να είναι σαράβαλο. Οι μεγάλοι οργανοποιοί πως έφτιαξαν όργανα που αντέχουν ως σήμερα και ξεπερνούν σε ζωή τα 150 έτη; Πως άντεξαν αυτά τα όργανα; Τι έκαναν εκείνοι παραπάνω; Επέλεγαν με προσοχή τα υλικά τους κι έκαναν πάρα πολύ σωστές εφαρμογές.

– Ένας τέτοιος, μεγάλος οργανοποιός ήταν κι ο Σταθόπουλος από τη Μαγούλα;
Ο Σταθόπουλος είναι ένα φοβερό «brand name»! Άπαντες όσοι ασχολούνται με τη μουσική τον γνωρίζουν. Και έχουν γίνει κι εκδόσεις για αυτόν. Ήταν πολύ μπροστά στις διαφημίσεις και ιδιαίτερα οξυδερκής. Είχε κατασκευάσει μάλιστα ένα μοντέλο κιθάρας το οποίο είχε ονομάσει «Spartan» και το είχε διακοσμήσει με έναν δωρικό κίονα. Οι σπουδαιότεροι μουσικοί της εποχής του έπαιζαν με δικά του όργανα. Αργότερα έπαιξαν μέχρι και οι «Beatles» με όργανα του Σταθόπουλου. Στην αρχή απευθυνόταν κυρίως σε Έλληνες της Αμερικής. Αργότερα όταν ανέλαβαν τα παιδιά του έστρεψαν το ενδιαφέρον τους και στην αμερικανική αγορά. Βέβαια, το τέλος ήταν λίγο άδοξο. Όταν η «Gibson» αγόρασε την «Epi», την εταιρία του Σταθόπουλου, πέταξαν κι έκαψαν τα καλούπια που δεν χρειάζονταν. Γενικά η οικογένεια ακολούθησε μια μυστήρια πορεία με μεταξύ τους αντιδικίες κτλ… Δεν ήταν μόνο ο Σταθόπουλος όμως. Ο τόπος μας έχει τεράστια παράδοση στην οργανοποιία…

– Μίλησέ μας για αυτή την παράδοση της Λακωνίας στην οργανοποιία.
Δεν είναι τυχαίο ότι είχαμε πέντε σπουδαίους οργανοποιούς τον 19ο και τον 20ο αιώνα. Αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό και σημαίνει ότι υπήρχε ένα μεγάλο ενδιαφέρον για τη μουσική, το οποίο συνεχίζεται μέχρι και τις μέρες μας. Για αυτό άλλωστε υπάρχουν τόσα πολλά παιδιά που ασχολούνται σήμερα με τη μουσική και πληθώρα ωδείων στην πόλη μας.
     Έχω ένα μπουζούκι του 1910, φτιαγμένο στο Γύθειο με κατασκευαστή έναν μάστορα ονόματι Γιώργο Σαραντάκο. Το Γύθειο ήταν λιμάνι και τα λιμάνια την εποχή που οι θαλάσσιες επικοινωνίες ήταν το παν είχαν μεγάλη ανάπτυξη. Κάνω μία σχετική ιστορική έρευνα για την οργανοποιία γιατί με ενδιαφέρει πολύ και ψάχνοντας ανακαλύπτω διάφορα σημαντικά πράγματα. Για παράδειγμα υπήρχε οργανοποιός, ο Πιέρος Μυλωνάκος, από το Γύθειο που το 1864-5 έλαβε μέρος στην εμπορική έκθεση των Παρισίων στέλνοντας εκεί τρία όργανα -ένα βιολί, ένα μαντολίνο και ένα λαούτο- δια αντιπροσώπου. Θέλει κότσια αυτό για να το κάνεις, πόσο μάλλον εκείνη την εποχή.
Την ίδια εποχή με το Σταθόπουλο στην Αμερική δραστηριοποιούταν ως οργανοποιός κι ο Θοδωρής Καραμπάς, ο οποίος ήταν από τον Βρονταμά. Κι η παράδοση αυτή συνεχίζεται ως και τις μέρες μας, αφού έχουμε σπουδαίους οργανοποιούς, όπως ο Καρελλάς και ο Πρόκος από τους Αγριάνους.
     Γενικά ως νομός έχουμε μια φοβερή μουσική παράδοση κι όχι μόνο στην οργανοποιία αλλά και σε παιξίματα… Ας μην μας διαφεύγει ότι το μπουζούκι είναι πελοποννησιακό όργανο και ήταν κατεξοχήν όργανο της δημοτικής μουσικής, αποτελώντας οργανικό μέρος της ορχήστρας. Έπαιζαν με αυτό δημοτικά κι ασίκικα. Αργότερα, αυτός που άλλαξε το χαρακτήρα του μπουζουκιού, ήταν ένας Λάκωνας της Αμερικής, ο Ιωάννης Χαλκιάς από τη Λογγάστρα που είναι γνωστός ως Τζακ Γκρέγκορυ.
     Μέχρι τότε δηλαδή, το μπουζούκι παιζόταν με μαλακή πένα, και είχε τέσσερεις χορδές, όπως περίπου παίζεται το λαούτο. Για αυτό και οι κατασκευαστές τα λέγανε λαουτομπούζουκα. Ο Χαλκιάς άλλαξε τον τρόπο παιξίματος του μπουζουκιού όταν ήταν στη φυλακή, στην Αμερική του μεσοπολέμου, ερχόμενος εκεί σε επαφή με άλλες μουσικές και άλλους οργανοπαίχτες. Αυτός έκανε τις πρώτες ηχογραφήσεις με το μπουζούκι παιγμένο με τον τρόπο που παίζεται σήμερα κι ο τρόπος αυτό διαδόθηκε μέσω των ηχογραφήσεων. Ο Παπαϊωάννου έλεγε πως όταν άκουσε τον Χαλκιά να παίζει του κοπήκανε τα πόδια! Σταδιακά αυτά τα ακούσματα έφτασαν και στην Ελλάδα και έγιναν κι εδώ οι πρώτες ηχογραφήσεις αργότερα. Είναι τεράστια η μουσική παράδοση της Λακωνίας, η οποία όμως είναι λανθάνουσα κι η ανάδειξή της αποτελεί ένα πολύ σοβαρό θέμα.

– Πως η μεγάλη λακωνική παράδοση στην οργανοποιία μπορεί να γίνει ευρέως γνωστή;
Το πώς δεν το ξέρω, όμως είναι βέβαιο πως αυτή η παράδοση στην οργανοποιία πρέπει να βγει προς τα έξω και να την γνωρίσει ο κόσμος. Είναι κάτι το οποίο δεν αφορά μόνο τη Λακωνία, αλλά όλους. Γιατί υπάρχουν κατασκευαστές οι οποίοι άφησαν το διεθνές στίγμα τους, όπως ο Σταθόπουλος. Ίσως θα μπορούσε να γίνει ένα μουσικό φεστιβάλ που θα περιελάμβανε είδη από όλο το φάσμα της μουσικής. Από το δημοτικό και το ρεμπέτικο, μέχρι τη τζαζ και τη ροκ. Άλλωστε η πορεία της κατασκευαστικής οικογένειας του Σταθόπουλου περιελάμβανε όλα τα είδη, από δημοτικό έως μέταλ, και αυτό είναι εξαιρετικό.
     Το 2009 είχε διοργανωθεί ένα αφιέρωμα στο Σταθόπουλο από το Δήμο Σπάρτης και το Σύλλογο Φίλων Παραδοσιακής Μουσικής -ο οποίος σήμερα δεν υπάρχει- του οποίου ήμουν μέλος. Πολλές φορές, όμως, όταν επιμένεις για κάποια πράγματα σε μια κοινωνία που δεν έχει συνηθίσει, κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς γραφικός. Εκείνη η εκδήλωση του 2009 έγινε ευελπιστώντας στο μέλλον να κάνουμε κάτι ακόμα πιο μεγάλο και πιο άρτιο…
     Πρόσφατα, το 2017, έγινε και μία εκδήλωση στην Πνευματική Εστία Σπάρτης με θέμα «Ο καθημερινός μουσικός βίος των αγωνιστών του 1821 στο Μοριά», στην οποία είχε παρευρεθεί και είχε μιλήσει ο Νίκος Φρονιμόπουλος, ένας σημαντικός σύγχρονος κατασκευαστής και ερευνητής της οργανοποιίας.

– Διάβασα κάπου πως «πριν γίνει ένα τραγούδι χρειάζεται πρώτα κάποιος να φτιάξει ένα όργανο». Ποιος είναι, λοιπόν, ο ρόλος του οργανοποιού στη μουσική;
Αν δεν υπήρχαν τα όργανα δεν θα υπήρχε η μουσική. Μπορεί η ανθρώπινη φωνή να είναι από μόνη της ένα όργανο, αλλά τα όργανα σε βοηθούν να εκφράσεις πολλά περισσότερα πράγματα. Αν για παράδειγμα στην Ελλάδα δεν υπήρχαν σπουδαίοι κατασκευαστές, όπως ο Ζοζέφ ο Αρμένης ή οι αδερφοί Παναγή και διάφοροι πολλοί άλλοι, το μπουζούκι ίσως θα ήταν κάπως διαφορετικό. Και αν ήταν διαφορετικό το μπουζούκι θα είχε αλλάξει και η λαϊκή μας μουσική.
     Το ίδιο συμβαίνει και στην κλασική μουσική. Για παράδειγμα τα βιολιά την περίοδο του Stradivari ήταν φτιαγμένα με μία συγκεκριμένη γωνία. Κάποια στιγμή άλλαξαν όλοι τη γωνία του βραχίονα του χεριού, οπότε μεταβλήθηκε ο τρόπος παιξίματος, άλλαξε το κούρδισμα του βιολιού, άλλαξε ο τόνος και εκ των πραγμάτων άλλαξε και η κλασική μουσική με αυτόν τον τρόπο. Επομένως, η οργανοποιία επηρεάζει τη μουσική και το αντίστροφο.
      Υπάρχει μια σχέση αλληλεπίδρασης, μια σχέση αμφίδρομη. Για παράδειγμα όπως είπαμε και νωρίτερα, η 4η χορδή στο μπουζούκι υπήρχε όταν το όργανο είχε άλλη χρήση και διάταξη. Κάποια στιγμή ο Χαλκιάς άλλαξε το χαρακτήρα και τη χρήση του οργάνου, αλλάζοντας και τα πράγματα στη μουσική. Πολύ αργότερα όταν ο Χιώτης πρόσθεσε στο λαϊκό μπουζούκι την 4η χορδή, άλλαξε εντελώς το παίξιμο του οργάνου κι έγινε κάθετο, ενώ στο τρίχορδο μπουζούκι το παίξιμο είναι οριζόντιο. Αυξήθηκαν έτσι οι ταχύτητες και η δεξιοτεχνία. Αλλαγές έγιναν και στο κρητικό λαούτο. Στην Κρήτη δεν παιζόταν το μεγάλο λαούτο, όπως το έχουμε σήμερα στο νου μας. Παίζονταν λαούτα στεριανά, πιο μικρά σε μέγεθος, σαν αυτά που παίζουμε κι εμείς, στο κούρδισμα ΛΑ ΡΕ ΣΟΛ ΝΤΟ. Κάποια στιγμή ο Σίμων Καρράς απαγόρευσε με κάποιον τρόπο τις ηχογραφήσεις με βιολί στην Κρήτη, θέλοντας να προωθήσει τη λύρα. Για να ταιριάξει όμως το λαούτο με τη λύρα έπρεπε το λαούτο να αλλάξει κούρδισμα και να κατέβει έναν τόνο. Και για να δώσει με πιο βαριά χορδή τον ήχο που έδινε πριν έπρεπε να μεγαλώσει το «σκάφος» του οργάνου. Έτσι δημιουργήθηκε το κρητικό λαούτο, το οποίο είναι πιο μεγάλο. Ένα τρανό, επίσης, παράδειγμα για το πώς η μουσική επηρεάζει την οργανοποιία αποτελεί το τσέλο, το οποίο παιζόταν τοποθετημένο ανάμεσα στα πόδια του μουσικού. Όταν τοποθετήθηκε το «πόδι», έδωσε στο μουσικό μεγαλύτερη άνεση στο παίξιμο κι έτσι αυξήθηκε και η δεξιοτεχνία και η ταχύτητα.

– Τι όργανα σε εκφράζει να κατασκευάζεις; Ειδικεύεσαι σε κάποιο;
Το πρόβλημά μου είναι ότι δεν ειδικεύομαι κάπου συγκεκριμένα. Βλέπω την οργανοποιία συνολικά σαν τέχνη. Υπάρχουν ορισμένοι που κάνουν μόνο μπουζούκια ή άλλοι που κάνουν μόνο κιθάρες. Εγώ προσεγγίζω διαφορετικά την τέχνη. Αν και τα περισσότερα όργανα που έχω φτιάξει είναι μπουζούκια, έχω κατασκευάσει επίσης και λαούτα, κιθάρες, μπαγλαμάδες, τζουράδες και μαντολίνα. Το μαντολίνο σαν όργανο με συγκινεί ιδιαίτερα γιατί έχει και κλασικό υπόβαθρο. Προσεγγίζω όλα τα όργανα με την ίδια ζέση και το ίδιο πάθος. Κι αυτό που στο τέλος με συγκινεί περισσότερο είναι η εκ του μηδενός δημιουργία.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

– Ποια είναι η διαδικασία κατασκευής και πότε ένα όργανο θεωρείται έτοιμο;
Επιλέγω την ξυλεία με βάση το ηχητικό χαρακτήρα που έχω στο μυαλό μου να δώσω στο όργανο. Επεξεργάζομαι την ξυλεία από το μηδέν και δεν παίρνω τίποτα έτοιμο. Αφού δώσω στο ξύλο τη μορφή που θέλω, αρχίζω να φτιάχνω το όργανο. Για παράδειγμα στο μπουζούκι διαλέγω αρχικά το καλούπι του «σκάφους» και πάνω στο καλούπι αρχίζω να φτιάχνω το όργανο. Μετά το «σκάφος» προσθέτω το μάνικο, δηλαδή το μπράτσο. Εκεί συνήθως βάζω μέσα κόντρες για να μην σκεβρώσει, διότι από τις χορδές ασκούνται μεγάλες δυνάμεις στο ξύλο. Τις κιθάρες, επειδή τις φτιάχνω με τον ισπανικό τρόπο, ξεκινάω ανάποδα: φτιάχνω πρώτα το καπάκι, το οποίο το γυρίζω ανάποδα και πάνω σε αυτό χτίζεται κομμάτι κομμάτι η κιθάρα. Όταν ολοκληρωθούν αυτά ξεκινάει η διαδικασία της διακόσμησης. Τα διακοσμητικά γίνονται από πλαστικό, ξύλο ή όστρακο. Αφού τα επεξεργαστώ τα κολλάω στο όργανο. Ύστερα τα όργανα λουστράρονται και μετά τα αρματώνω, δηλαδή βάζω τις χορδές. Μετά παραμένουν για ένα διάστημα στο εργαστήριο κρεμασμένα ώστε να παρακολουθώ τη συμπεριφορά τους. Διότι ασκούνται μεγάλες δυνάμεις στα ξύλα από τις χορδές. Για παράδειγμα στο τετράχορδο μπουζούκι οι δυνάμεις που ασκούνται είναι ίσες με 80 κιλά! Μετά είναι ουσιαστικά έτοιμα, απλά μετά από λίγο διάστημα πρέπει να τα τσεκάρω ξανά. Ύστερα παίρνουν το δρόμο τους… Υπάρχει, βέβαια, και η τεχνική του σκαφτού, αλλά έχει ως μειονέκτημα ότι υπάρχει φύρα υλικού. Σκαφτή ήταν η λαϊκή οργανοποιεία του 19ου αιώνα.

– Τι συναισθήματα σου δημιουργούνται όταν ακούς ένα πρωτοκούρδιστο δημιούργημά σου να γεννάει μουσική;
Είναι φοβερό το συναίσθημα. Αν πετύχει το όργανο και είναι το πρώτο άκουσμα σωστό το συναίσθημά μου δεν περιγράφεται. Είναι απίστευτο. Νοιώθω μια απόλυτη ικανοποίηση γιατί ξέρω ότι με τον καιρό το άκουσμα θα βελτιώνεται. Και αυτό αυξάνει τη χαρά μου. Τα όργανα όσο τα παίζεις, τόσο καλύτερα γίνονται. Ακόμα και η πρώτη με τη δεύτερη μέρα έχουν αισθητή διαφορά. Αν, όμως, ένα εξαιρετικό μπουζούκι το κρεμάσεις στον τοίχο και το αφήσεις εκεί, δεν πρόκειται ποτέ να δώσει αυτά τα οποία μπορεί να δώσει. Όσο παίζεις, τόσο καλύτερα γίνονται τα όργανα. Όταν ένα όργανο δεν μου πετύχει τότε τα συναισθήματα είναι αντιστρόφως ανάλογα. Τότε προσπαθώ να διορθώσω τα λάθη.

– Πως επιλέγεις την διακόσμηση ενός οργάνου;
Διακόσμηση είναι θέμα αισθητικής. Φροντίζω πρωτίστως να είναι κάτι που να ικανοποιεί εμένα. Γενικά μου αρέσει η διακόσμηση στα όργανα που κατασκευάζω να είναι λιτή και δωρική. Γιατί, για παράδειγμα, το μπουζούκι έχει παραφορτωθεί πολύ ως λαϊκό όργανο. Βέβαια, αυτή η παράδοση του φορτώματος του οργάνου ξεκίνησε από το μαντολίνο. Η διακόσμηση συνήθως εξαρτάται απ΄ το τι θέλει να δημιουργήσει ο καθένας, αλλά και από την εποχή στην οποία δημιουργεί. Για παράδειγμα άλλη η διακόσμηση της δεκαετίας του ’30 κι άλλη εκείνη της δεκαετίας του ‘50.

– Πως ένας μουσικός επιλέγει το μάστορά του;
Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα. Οι περισσότεροι πάνε στο μάστορα λόγω φήμης. Ο σοβαρός μουσικός, όμως, πιστεύω ότι θα επιλέξει το μάστορα κυρίως με βάση τον ήχο. Θα εστιάσει στον ήχο, την ευκολία στο παίξιμο, τη διάρκεια στο χρόνο και τη διάρκεια του ήχου. Γιατί υπάρχουν όργανα, τα οποία στην αρχή παίζουν καλά και με τον χρόνο η απόδοσή τους αρχίζει να πέφτει.

– Πόσο μέσο όρο ζωής μπορεί να έχει ένα όργανο;
Αν το φροντίζει και αν το παίζει κάποιος δεν πρόκειται ποτέ να πάθει κάτι. Υπάρχει για παράδειγμα όργανο που εκτίθεται σε μουσείο και είναι κατασκευασμένο το 1582. Και υπάρχουν πολλά ακόμη αντίστοιχα παραδείγματα στη βιβλιογραφία. Σίγουρα αυτά τα όργανα έχουν επισκευαστεί, αλλά βρίσκονται σε άριστη κατάσταση. Τα όργανα θέλουν προσοχή και συντήρηση και είναι καλά σε συνθήκες που είμαστε κι εμείς καλά. Δεν μπορείς να αφήσεις ένα όργανο στην υγρασία, το κρύο ή τη ζέστη. Καταστράφηκε! Πρέπει να το επιμελείσαι και να το φροντίζεις.

– Πόσο διαδεδομένη είναι σήμερα η τέχνη του οργανοποιού;
Στις μέρες μας υπάρχει πιο εύκολη και πιο άμεση πρόσβαση στην πληροφορία και η διάδοσή της γίνεται με γοργούς ρυθμούς. Μάλιστα για τα δυτικά όργανα υπάρχει και σημαντική βιβλιογραφία. Για αυτό πιστεύω πως είναι πολλοί εκείνοι που φτιάχνουν όργανα ή ασχολούνται με την οργανοποιία. Σήμερα, και λόγω της κρίσης και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουμε ίσως υπάρχει μια διάδοση της τέχνης. Πιθανόν κάποιος που θέλει ένα όργανο να προσπαθήσει να το φτιάξει μόνος του. Σίγουρα, σε καμία περίπτωση, δεν είναι μια τέχνη που χάνεται.
     Βέβαια, όπως έχω ξαναπεί η λέξη «οργανοποιός» είναι πολύ βαριά κουβέντα! Αν, για παράδειγμα, κάποιος κατασκευάζει μόνο μπουζούκια είναι οργανοποιός ή είναι κατασκευαστής μπουζουκιών; Η λέξη «οργανοποιός» έχει ένα ειδικό βάρος, γιατί αφορά τη σύλληψη της κατασκευής, τα μέρη που κάνεις μόνος σου από την αρχή ένα ένα, τον προσωπικό χαρακτήρα που δίνεις στο δημιούργημά σου κ.ο.κ. Αν αντί να φτιάξω τα κομμάτια μόνος μου, αγοράσω τα μέρη έτοιμα και τα συναρμολογήσω, αυτό θα με καθιστά οργανοποιό; Δε νομίζω.

– Πως και γιατί θα παρακινούσες ένα παιδί να ασχοληθεί με αυτή την τέχνη;
Θα πρέπει κάποιος να έχει πάθος για δημιουργία και αγάπη για τη μουσική. Πρέπει να έχει μεράκια και να τον γοητεύει το ξύλο ως υλικό. Και βέβαια πρέπει να διαθέτει υπομονή. Πολλή υπομονή! Δεν γίνονται όλα με ευκολία και από τη μία μέρα στην άλλη. Υπάρχουν οργανοποιοί τους οποίους θαυμάζω πραγματικά γιατί έχουν περάσει χρόνια και έχουν αφήσει την προσωπική τους σφραγίδα και εύχομαι να φτάσω κι εγώ σε τέτοιο επίπεδο.

– Αν ήσουν όργανο, λοιπόν, σε ποιανού μάστορα τα χέρια θα ήθελες να είχες σμιλευτεί;
(σ.σ. γέλια) Δεν ξέρω! Είναι πολλοί οι μαστόροι. Οι περισσότεροι είναι φίλοι μου και δεν θα πω κάποιον, για να μην παρεξηγηθούν οι υπόλοιποι!!! Είναι πολλοί εκείνοι που θαυμάζω. Από τους παλιότερους θαυμάζω πολύ τους αδερφούς Παναγή, οι οποίοι ήταν φοβεροί οργανοποιοί. Και βέβαια τον Σταθόπουλο ασυζητητί, γιατί είχε συνέπεια, έθεσε τις βάσεις για να υπάρξει συνέχεια και εξέλιξε το όργανο γενικά.

– Σεμινάρια έχεις παρακολουθήσει;
Όχι δεν έχω παρακολουθήσει τίποτα! Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια έχουν ξεκινήσει να γίνονται κάποια σεμινάρια οργανοποιίας στην Αθήνα. Αξίζει να σου πω ότι σε άλλες χώρες η οργανοποιία είναι αντικείμενο πανεπιστημιακών σπουδών. Για παράδειγμα στην Τουρκία και στη δυτική Ευρώπη υπάρχουν πανεπιστήμια. Και στην Κρεμόνα της Ιταλίας, που είναι η πατρίδα του Stradivari, υπάρχουν αντίστοιχες σχολές. Στη Γερμανία για να ασκήσεις το επάγγελμα του οργανοποιού πρέπει υποχρεωτικά να είσαι απόφοιτος κάποιας σχολής πανεπιστημιακού επιπέδου. Είναι πολύ σπουδαίο πράγμα η οργανωμένη γνώση. Εδώ στην Ελλάδα έγιναν κάποιες προσπάθειες δημιουργίας ενός ΤΕΙ οργανοποιίας, οι οποίες, όμως, για διάφορους λόγους δεν ευδοκίμησαν.

– Το περασμένο καλοκαίρι συμμετείχες σε κάποιο φεστιβάλ στη Σύρο…
Ναι! Στη Σύρο γίνεται ένα φεστιβάλ για τον Μάρκο Βαμβακάρη και παράλληλη έκθεση μουσικών οργάνων. Είχα πάει ως καλεσμένος για δεύτερη χρονιά. Εκεί συνάντησα ανθρώπους που είχαμε τα ίδια ενδιαφέροντα, υπήρχε μεταξύ μας φοβερό κλίμα και είχαμε τη δυνατότητα να ανταλλάξουμε κατασκευαστικές απόψεις. Οι παλαιότεροι έδιναν συμβουλές στους νεότερους και πήρα πολλές συμβουλές από σπουδαίους κατασκευαστές. Ήταν μια εξαιρετική εμπειρία και ελπίζω να επαναληφθεί, γιατί η Σύρος είναι ένα πολύ όμορφο νησί, το οποίο συνδυάζει παράδοση και δυτικότροπου και ανατολικού πολιτισμού.

– Έχεις σκεφτεί να κάνεις μια έκθεση στη Σπάρτη με έργα σου, ώστε να προσελκύσεις το ενδιαφέρον των ντόπιων και να κοινωνήσεις την τέχνη της οργανοποιίας;
Είχα πάει μία φορά στο «Local on», όμως δεν είναι στις άμεσες σκέψεις μου κάτι τέτοιο. Γενικά και ως άνθρωπος κρατάω χαμηλούς τόνους˙ με ενδιαφέρει πρωτίστως να δημιουργώ γιατί αυτό μου αρέσει. Ίσως αν κάποια στιγμή κάνω κάτι αξιόλογο, γιατί όχι; Δεν το έχω σκεφτεί ακόμα…

– Με μια λέξη τί είναι για εσένα η οργανοποιία και τί η μουσική;
Με μία λέξη είναι αδύνατο! Γιατί είναι πάθος και μεράκι και αυτές οι λέξεις ισχύουν και για την οργανοποιία και για τη μουσική. Όσον αφορά τη μουσική, δεν είμαι κολλημένος, με συγκινούν όλα τα είδη. Η οργανοποιία είναι κάτι σαν τον αλκοολισμό (σ.σ. γέλια)! Δεν μπορείς να ξεφύγεις εύκολα από αυτό. Αν περάσει έστω και μία ημέρα που δεν θα προλάβω να μπω στο εργαστήριο για να κάνω έστω και κάτι ελάχιστο νοιώθω άχρηστος. Πρωτίστως, λοιπόν, είναι μεράκι με τη δημιουργία.

– Με ποιο τραγούδι θα αποχαιρετούσες τους αναγνώστες μας;
Μου βάζεις δύσκολα… Ήταν το πρώτο τραγούδι που έπαιξε ο Τσιτσάνης μπουζούκι σε δίσκο του Περδικόπουλου. Σημειωτέον ο Περδικόπουλος ήταν ένας πολύ σπουδαίος λαϊκός τραγουδιστής, και η μάνα του ήταν από την Πελλάνα. Το τραγούδι λέει:
«Οι κάμποι πρασινίσανε κι ανθίσανε λουλούδια
κι ακόμα δεν εφάνηκες γειτόνισσα καινούργια.
Τον ταμπουρά μου έσπασα απ’όξω απ’ την αυλή σου
Αμάν, γιατί φιλί δε μου ‘δωσε αυτή η αδελφή σου»
Αναφέρει τον ταμπουρά ως όργανο, αρχετυπικό πρόγονο του μπουζουκιού, το οποίο ήταν ευρύτατα διαδεδομένο. Όλοι, ακόμα και οι αγωνιστές της Επανάστασης, έπαιζαν ταμπουρά. https://www.youtube.com/watch?v=60xBJYW32mg

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s